Την περασμένη εβδομάδα δημοσιεύθηκε στην σουηδική εφημερίδα nsd, ένα άρθρο για την Ελλάδα που θα συζητηθεί. Η στάση του Σουηδού συντάκτη θυμίζει πολύ εκείνη του Γερμανού που "άδειασε" τους Έλληνες στο περιοδικό Focus, ωστόσο διακρίνεται και μια διάθεση συμπάθειας απέναντι στον ελληνικό λαό. Αφορμή για το κείμενο της εφημερίδας υπήρξε μια μπλούζα όπου απεικονίζει την ελληνική σημαία να καταλαμβάνει θέση στο "βάθρο της ντροπής"!


Διαβάστε αποκλειστικά στον Τρυποκάρυδο το άρθρο στα ελληνικά.


Ένα μπλουζάκι που πληγώνει την ελληνική ψυχή

Η ελληνική  ψυχή βρίσκεται τόσο κοντά στους Σουηδούς όσο ο πιο βόρειος νομός της Σουηδίας με το όνομα Νορλαντ. Αλλά οι Έλληνες μοιάζουν περισσότερο με μειονότητα , μια μειονότητα που διαθέτει μεγάλη  υπερηφάνεια, και έμφυτη τη διάθεση φιλοξενίας και γενναιοδωρίας. Μάλλον, για αυτόν το λόγο ο Σουηδός βρέθηκε στην Ελλάδα για τουρισμό,  ήδη από  την δεκαετία του 70,αμέσως μετά από την πτώση της χούντας. Η δεσποινίδα Ελλάς έγινε μια αδελφή ψυχή, μια νέα γειτονική χώρα.

Από το 70 πολλά έχουνε αλλάξει στην Ελλάδα. Πρώτα έγινε  μέλος της Ε.Ε, με την ελπίδα να ανυψωθεί μέσα  από την πληγωμένη της οικονομία Μετά το ευρώ θα έκανε τον Έλληνα ισότιμο με την πλούσιο κάτοικο της Δυτικής Ευρώπης. Ακολούθησε η κρίση και στη συνέχεια η ντροπή.

Έτσι αργότερα βρέθηκε η ελληνική σημαία επάνω σε ένα μπλουζάκι της πολυεθνική εταιρίας ενδυμάτων Carlings, και πιο συγκεκριμένα σε ένα από τα καταστήματά ρούχων της πόλης Luleå.  Το βάθρο της ντροπής έγραφε επάνω του. Πρώτος στο "διαγωνισμό της ντροπής" βγήκε   ο Σουηδός βασιλιάς, και στη δεύτερη θέση βρισκόταν ο πρώην πρόεδρος του σοσιαλιστικού κόμματος της Σουηδίας, ο Juholt. Όμως η κατάταξη δεν ενδιέφερε τους Έλληνες, και αντέδρασαν όταν είδαν πως  η σημαία τους βρέθηκε στην τρίτη θέση του βάθρου. Ήταν ντροπή για το εθνικό τους σύμβολο.

"Θα μπορούσατε να βάλετε τους πολιτικούς μας. Εάν ήτανε ο Παπανδρέου στο μπλουζάκι δεν θα έλεγα τίποτα. Αλλά η σημαία είναι ιερή", είπε ο Αντρέας Μπαγιαράς, ο οποίος κατοικεί  στο Luleå εδώ και καιρό, αλλά κατάγεται  από τη Λάρισα στην Ελλάδα. Εμείς γνωριστήκαμε πριν 15 χρόνια, όταν αγοράζαμε χταπόδι σε μεγάλη συσκευασία των 12 κιλών από την εταιρία "BD ψάρι" και που το μοιράζαμε και το μαγειρεύαμε με λάδι, λεμόνι και ξύδι. Μάλλον, θέλαμε να μοιάσει περισσότερο με Ελλάδα  η περιοχή  Malmudden, αλλά η γεύση του χταποδιού  ποτέ δεν έμοιασε με  τη γεύση που θα είχε  σε μια μεσογειακή παραλία.

Τότε κάναμε πλάκα για τη Σουηδία και για το πόσο στενόμυαλοι ήτανε όλοι στην αραιοκατοικημένη μας περιοχή. Μας έλειπε η ελληνική κουλτούρα. Υπήρχε μια θετική ξεδιαντροπιά, και μια απουσία τιμιότητας που έδειχνε να αφήνει την καρδιά λίγο πιο ελεύθερη.  Εγώ τουλάχιστον έτσι σκεφτόμουνα, ότι υπήρχε κάτι στην γαλανόλευκη ψυχή που ήθελα να έχω, αλλά ποτέ δεν το απέκτησα.

Αλλά οι Έλληνες άρχισαν να παραπονιούνται μετά από μερικά χρόνια, όταν το χταπόδι φαγώθηκε. Κάτι εξαφανίστηκε από το ωραίο. Η ψυχή μετασχηματίστηκε. Στην πολιτική πλευρά υπήρξε μια ευρωπαϊκή προσαρμογή και μεταγενέστερα μια ευρωσυνεργασια, πιθανώς με την ελπίδα πως θα μπορούσε  η  φτωχή χώρα να σηκωθεί και να γίνει  ισότιμη με χώρες σαν την Σουηδία. Αλλά ανάμεσα στο ευρώ και την ευμάρεια υπήρχε ο καθιερωμένος νεποτισμός. Δεν πρέπει να ξεχνάμε  ότι η Ελλαδα είναι ταυτόχρονα από τις πιο παλιές αλλά και τις πιο νέες δημοκρατίες. Η χούντα έπεσε αργά,  το 1974.

"Πολύ αίμα χύθηκε για να κατακτηθεί αυτή η σημαία", είπε  ο Αντρέας Μπαγιάρας. Ένας σταυρός για την ελληνορθόδοξη εκκλησιά, γαλανόλευκες ρίγες για το γαλάζιο ουρανό και τη θάλασσα. Ένα ιερό σύμβολο για τη δημοκρατία, με την φράση ελευθερία ή θάνατος. Και τώρα η σημαία βρίσκεται στην τρίτη θέση της ντροπής σε ένα μπλουζάκι.  Αυτό αρκούσε για να πειραχτεί ο Αντρέας.

" Για σκέψου να ήτανε η σημαία των Σάμη ( μια μειονότητα που ζει στη βόρεια Σουηδία και Νορβηγία)", ανέφερε  ο Αντρέας Μπαγιαρας.

"Ή να είχε επάνω την τουρκική σημαία", είπε ο κάτοικος της Luleå, Κώστας Πιγουνακης.

"Τότε θα το είχανε κάψει το μαγαζί!", συμφώνησαν και οι δύο.

Το τελευταίο ειπώθηκε με ελληνική αναπνοή και ακολούθησε γέλιο. Ήταν μια κλωτσιά στην παλιά εξουσία. Η συζήτηση αρχίζει να θυμίζει  μια σκηνή από το βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη  "Μια  μέρα στην Αθήνα",  τότε που οι ήρωες πίνουνε σε ένα ουζερί και μιλούν με μερικούς συνομηλίκους. Ομοφωνία υπάρχει επίσης. Να αγοράσουνε το μπλουζάκι και να το πάρουνε μαζί τους σε διακοπές στην Ελλάδα, δεν είναι κάτι που προτείνεται.

Όταν στους πολιτικούς επιρρίπτεται  όλη η ευθύνη για την κρίση και το νεποτισμό στην Ελλάδα αρχίζω και διαμαρτύρομαι. Άπειρες είναι οι κλεψιές. Όσες ιστορίες θες υπάρχουνε για κάποιους υψηλά ιστάμενους που διόρισαν όλο τους το σόι σε δημόσιες υπηρεσίες, ή για τον κύριο Καλοφαγά που πότε του δεν ελέγχεται από την εφορία και που δεν πλήρωσε ποτέ ούτε ένα λεπτό σε φόρους.

Όλες τις δηλώσεις είναι φυσικά αδύνατο να τις ελέγξεις. Δημιουργείται ένα πορτρέτο νοοτροπίας από όλες τις ιστορίες που λέγονται από στόμα σε στόμα. Οι Έλληνες (Μπαγιάρας και Πιγουνάκης που έκαναν τις δηλώσεις) έχουν μπροστά τους ο καθένας μια άδεια κόκα κόλα, και τι συζητούν τότε αυτοί οι κύριοι;  "Υπάρχει και μια διάθεση κλοπής στον κάθε ένα στην Ελλάδα. Εάν ένας  μεγιστάνας παίρνει τον χαρτοφύλακα του με πέντε εκατομμύρια ευρώ έξω από τα σύνορα, τότε δεν θα μπορούσε ο απλός Γιωργής ταυτόχρονα να κλέψει 50 δράκους εάν θα του δινόταν η ευκαιρία"

Αν η συζήτηση αυτή υπήρχε μέσα στο βιβλίο για την Αθήνα του Καλλιφατίδη θα ξεκινούσαν έντονες διαμαρτυρίες για το θέμα.  Το ίδιο και τώρα. Εκείνος που διαφεύγει οριοθετείται και ονομάζεται επιζών. Δε γίνεται να αναγνωρίσεις κάτι το ενοχοποιητικό ξεκάθαρα.  Έτσι όταν οι πολιτικοί ενοχοποιούνται για  τα πάντα, το ερώτημα παραμένει ακόμη.

Έπειτα ο ντροπαλός νέος  Μιχαλης Γιαλλουσης πλησιάζει και λέει: "Στην πραγματικότητα όλοι ευθυνόμαστε έστω και λίγο. Κατά κάποιο τρόπο καταλαβαίνω το αστείο στο μπλουζάκι".

Και τώρα είναι η ώρα της επαγρύπνησης. Τώρα πρέπει να αναδιαμορφωθεί η νοοτροπία, εκείνη η νοοτροπία που προσπαθήσαμε να αντιγράψουμε με τα δωδεκάκιλα πακέτα χταποδιού.Να μην υπάρχουν πια ολλανδικές ντομάτες στους ελληνικούς πάγκους των σούπερ μάρκετ. Να εξαφανιστούνε αυτά! Made in Greece.Να πέσουν οι τιμές και να ξεκινήσουν ξανά από την αρχή με δραχμές.

Αλλά άφησε τη σημαία ήσυχη.

Σπίτι μου στο σαλόνι μου προσπαθώ να βγάλω τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας στο ακορντεόν, και το ελεύθερα μεταφρασμένο "βάρκα στο γιαλό", του  Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά όσο και να προσπαθώ είναι απούσες οι ελληνικές μυρωδιές. Ακούγεται πιο πολύ σαν χαρούμενη Φινλανδική  μουσική ή παραδοσιακός σκοπός της Βοημίας,  όπως και να το παίζω στο ακορντεόν.

Άρθρο του Pelle Lindblom από τη Σουηδική εφημερίδα NSD.

Μετάφραση στα Ελληνικά για τον Τρυποκάρυδο: Βικτώρια Κοντού

Συμβάλλετε στην προσπάθεια του Τρυποκάρυδου με μερικά μόνο κλικ