Γράφει ο Brutus-x


Ο κρύος αέρας έσκιζε τα ξυπόλητα πόδια της και η παγωνιά έκανε το δέρμα της να ανατριχιάσει και να αρχίσει να μελανιάζει. Σχεδόν αναίσθητη έφτασε στα σκαλιά της εκκλησίας για να ζητήσει βοήθεια, όμως οι πόρτες ήταν κλειστές. Έτοιμη να καταρρεύσει και χωρίς να έχει άλλη δύναμη, έκλεισε τα μάτια της και άρχισε να προσεύχεται. Ευχαρίστησε τον Θεό για όλα όσα της πρόσφερε, αλλά και για όσα δεν της προσέφερε, ζήτησε συγγνώμη για όλα τα αμαρτήματα της, όπως τότε που είχε ακόμα λεφτά και δεν έδωσε μερικές δραχμές για τους φτωχούς που ήρθαν στην πόρτα της, αφού ήθελε να αγοράσει καινούριο φόρεμα για το ρεβεγιόν. Τα φετινά Χριστούγεννα έμελλε όμως να είναι διαφορετικά. Δεν περίμενε με τίποτα πως μια μέρα θα κατέληγε και αυτή στα σκαλιά της εκκλησίας, που τόσο κορόιδευε και απεχθανόταν, μια και δεν ήταν “της μόδας”. Αυτή που ο άντρας της είχε βιοτεχνία ρούχων και μόλις ένα χρόνο πριν μοστράριζε στις φιλενάδες της το καινούριο cabrio αυτοκίνητο που της έκανε δώρο. Μετά την αποκάλυψη σκανδάλων, την χρεοκοπία και την πτώχευση όμως, όλα κατασχέθηκαν ή πουλήθηκαν και η καρδιά του άνδρα της δεν άντεξε και κατέρρευσε. Μόνη και χωρίς σχεδόν καθόλου γνώσεις ή εξειδίκευση δεν μπορούσε να βρει πουθενά δουλειά και κατέληξε να μην μπορεί όχι μόνο να πληρώσει ενοίκιο και λοιπά πάγια, αλλά να μην μπορεί να θρέψει ούτε τον εαυτό της. Κάπου εκεί ήταν που την πέταξε ο σπιτονοικοκύρης της έξω στο κρύο. Μόνη και αβοήθητη προσπάθησε ακόμα και να ζητιανέψει, όμως χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Ο οργανισμός της αδύναμος έφτασε στα όρια του. Και τώρα ξαπλωμένη στα σκαλιά της εκκλησίας και με όλες αυτές της μνήμες, κλείνοντας τα μάτια ένα σκοτάδι την τυλίγει και περιμένει πως αυτό είναι το τέλος.


Ανοίγοντας τα μάτια της, ένα δυνατό φως την τυφλώνει και καθώς η όρασή της επανέρχεται γύρω της όλα είναι λευκά. “Θεέ μου, πέθανα;” αναρωτήθηκε. “Μην ανησυχείτε κυρία μου, όλα είναι καλά”, ακούστηκε μια φωνή. Ταραγμένη κοιτάει γύρω της και βλέπει έναν άνδρα ντυμένο στα άσπρα. “Μα... Μα που βρίσκομαι;”, ψέλλισε όλο απορία. “Στο νοσοκομείο είστε κυρία μου, μη φοβάστε. Είχατε χάσει τις αισθήσεις σας, ευτυχώς που σας έφερε εκείνος ο κύριος. Λίγο αν καθυστερούσε, ίσως να μην τα καταφέρνατε”, της είπε ο γιατρός. Μετά από λίγο, ένας ψηλός νεαρός άνδρας με όμορφα χαρακτηριστικά και ένα γαλήνιο ύφος στο πρόσωπό του μπήκε στο δωμάτιο. “Είσαι καλύτερα βλέπω”, της είπε. “Ναι αισθάνομαι πιο καλά τώρα, δεν έχει και κρύο εδώ”, είπε χαμογελώντας η γυναίκα. “Σε ευχαριστώ που με έσωσες”. “Δεν σε έσωσα εγώ”, απάντησε ο νεαρός, “Εσύ έσωσες τον εαυτό σου”. “Τι έκανα;”, απόρησε και πήγε να σηκωθεί. “Τι κάνετε κυρία μου;”, είπε αυστηρά ο γιατρός. “Μην κάνετε απότομες κινήσεις, ακόμα δεν είστε τελείως καλά”. “Μα ο νεαρός...”. “Ποιος;”, την διέκοψε ο γιατρός. “Ο...” , είπε κοιτώντας προς το μέρος που ήταν ο νεαρός, όμως τώρα δεν υπήρχε τίποτα εκεί! “Σας παρακαλώ κυρία μου, ξαπλώστε και ξεκουραστείτε, το σώμα σας δεν είναι έτοιμο ακόμα μετά από τέτοια ταλαιπωρία”, “Ναι, με συγχωρείτε”, είπε σαστισμένη και ξάπλωσε πάλι στο κρεββάτι. Έκλεισε τα μάτια της και σκέφτηκε αυτό που της είπε ο νεαρός: “Εσύ έσωσες τον εαυτό σου” και τότε κατάλαβε. Κατάλαβε πως όλα όσα έκανε μέχρι τώρα ήταν λάθος, ο τρόπος που ζούσε τη ζωή της ήταν λάθος απ' άκρη σ' άκρη. Είπε για άλλη μια φορά ευχαριστώ στο Θεό και έκλεισε τα μάτια της να ξεκουραστεί.