Γράφει ο Brutus-x


Παρόλο που το χειμώνα η νύχτα πέφτει νωρίς και μαζί της και η θερμοκρασία, το σκοτάδι και το κρύο δεν επηρεάζουν τους ανθρώπους τις ημέρες των Χριστουγέννων. Τα πολύχρωμα λαμπιόνια και οι Χριστουγεννιάτικες μελωδίες νικάνε το σκοτάδι και η αγάπη και η αλληλεγγύη κρατάνε μακρυά το κρύο, μαζί φυσικά με ένα ζευγάρι γάντια, κασκόλ και ένα ζεστό παλτό.
Οι ζεστές γαλοπούλες απλώνονται στα τραπέζια και τα παιδιά που λένε τα κάλαντα γεμίζουν με νότες χαράς τον αέρα, τραγουδώντας την ώρα που γυρίζουν σπίτι.
Τα τζάκια που καίνε κάνουν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο όμορφη και ο κόσμος κάθεται στα τραπέζια για φαγητό. Ανταλλάσσουν ευχές και δώρα και το πνεύμα των Χριστουγέννων υπάρχει μέσα σε όλους.
Έτσι και στο σπίτι του μικρού Χάρη, από το πρωί η μητέρα και η αδερφή του ετοιμάζουν τα πράγματα για το γιορτινό τραπέζι και ο πατέρας του βάζει κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες στα στολίσματα του σπιτιού. Όλα είναι έτοιμα για το χριστουγεννιάτικο οικογενειακό τραπέζι. Οι συγγενείς καταφθάνουν με δώρα στο σπίτι και ο Χάρης τους υποδέχεται όλο χαρά. Βάζουν τα δώρα στην άκρη και κάθονται στο σαλόνι να πιουν καφέ και να μιλήσουν μέχρι να ετοιμαστεί το τραπέζι και να σερβιριστεί το φαγητό. Ο Χάρης παίζει με τα ξαδέρφια του και τα πιτσιρίκια προσπαθούν να μαντέψουν τα δώρα που πήραν ο ένας για τον άλλο. Φωνές, φασαρία, γέλια και γενικά μια χαρούμενη ατμόσφαιρα πλημμυρίζει το σπίτι. Στο τραπέζι οι μεγάλοι θυμούνται ιστορίες από προηγούμενα Χριστούγεννα και συζητάνε “μεγαλίστικα” θέματα, ενώ τα μικρά συζητάνε για παιχνίδια και για τα δώρα που ζήτησαν από τον άγιο Βασίλη. Μετά το γεύμα επιστροφή στο σαλόνι για ποτάκι και άνοιγμα των δώρων. Οι μικροί σκίζουν τα περιτυλίγματα γεμίζοντας χαρτιά το σαλόνι και χοροπηδάνε από τη χαρά τους με τα δώρα που πήραν και οι μεγάλοι όμως δεν πάνε πίσω. Μια ζεστή ατμόσφαιρα που τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να χαλάσει. Τόσο όμορφη που μόνο σαν όνειρο θα μπορούσε να την περιγράψει κανείς. Ξαφνικά ένα χτύπημα στην πόρτα όμως χαλάει την φασαρία του σπιτιού και η μητέρα του Χάρη σηκώνεται να ανοίξει. Ανοίγοντας η μαμά του Χάρη αφήνει μια μικρή κραυγή έκπληξης και τότε ο Χάρης βλέπει τη γιαγιά του, η οποία βρισκόταν εκτός πόλης για δουλειά και κανείς δεν την περίμενε. “Χρόνια πολλά!”, φώναξε η γιαγιά του Χάρη και αμέσως ο μικρός έτρεξε στην αγκαλιά της. “Γιαγιάκα!”, φώναξε όλο χαρά ο Χάρης. Την αγαπούσε πολύ τη γιαγιά του. “Σου έχω μια έκπληξη μικρέ μου”, του είπε και πήγε μέχρι το αυτοκίνητό της και άνοιξε την πόρτα. Από μέσα πετάχτηκε ένας μεσαίου μεγέθους φουντωτός σκύλος και έτρεξε αμέσως πάνω στον Χάρη. Ο μικρός πέφτοντας στο κρύο χιόνι σφίγγει στην αγκαλιά του τον σκύλο που είχε ήδη αρχίσει να του γλύφει το πρόσωπο. Ένα ρίγος διαπερνάει την πλάτη του μικρού και ένας δυνατός αέρας τον κάνει να παγώσει. Ο σκύλος συνεχίζει να του γλύφει το πρόσωπο και ο μικρός σπρώχνοντάς τον από πάνω του, καθώς σηκώνεται από κάτω, διαπιστώνει με μεγάλη του λύπη πως η αυλή έχει εξαφανιστεί, όπως και το σπίτι, και ο δρόμος μπροστά από αυτό, και το χιόνι, και η γειτονιά, μέχρι και η γιαγιά του και η μαμά του! Όλα είχαν χαθεί και είχαν αντικατασταθεί από ένα σκοτεινό σοκάκι και ένα σκισμένο χαρτόκουτο, εκεί που καθόταν. Μόνο ο σκύλος ήταν εκεί και τον κοιτούσε με απορημένα μάτια. Τρέμοντας από το κρύο ο μικρός ξάπλωσε στο σκισμένο χαρτόκουτο και πήρε αγκαλιά τον σκύλο του, το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζεστό και τον μοναδικό του φίλο και οικογένεια. Κλείνοντας τα μάτια του ευχήθηκε το όνειρό του να βγει κάποια μέρα αληθινό και σφίγγοντας τον τριχωτό του φίλο αποκοιμήθηκε ξανά. Ο κόσμος που περνούσε από εκεί όλο το βράδυ δεν είδε καν τον μικρό που κοιμόταν στο σοκάκι. Την άλλη μέρα το πρωί κάποιοι περαστικοί που περνούσαν από εκεί άκουσαν το κλάμα ενός σκύλου και πλησίασαν να δουν τι έπαθε το ζωντανό. Είδαν τον σκυλί να κλαψουρίζει πάνω από το μικρό αγόρι, το οποίο φαινόταν να κοιμάται γαλήνια. Δυστυχώς την προηγούμενη νύχτα είχε τη χαμηλότερη θερμοκρασία εδώ και χρόνια και το μικρό παιδάκι δεν άντεξε το κρύο, ακόμα και με τον χνουδωτό του φίλο αγκαλιά. Το πρόσωπό του παρόλο που ήταν μπλε από τη ψύχος είχε ένα χαμόγελο που έδειχνε πως ο μικρός έβλεπε για άλλη μια φορά το αγαπημένο του όνειρο. Το ασθενοφόρο που ήρθε μετά από λίγο απλώς επιβεβαίωσε τα δυσάρεστα νέα. Ο κόσμος λυπημένος είδε το ασθενοφόρο να παίρνει το μικρό αγόρι μακρυά και τον σκύλο να κάθεται λυπημένος στο πεζοδρόμιο, κλαίγοντας για τον φίλο του. Μια ηλικιωμένη κυρία είδε τον σκύλο και τον πήρε στο αυτοκίνητό της. Εκείνο το βράδυ θα έκανε έκπληξη στον εγγονό της και ήξερε πως αυτό θα τον έκανε πολύ χαρούμενο...