καρδιαΓράφει ο Brutus-x


“Βοήθεια! Βοήθεια!”, φώναζα με όλη τη δύναμη της φωνής μου καθώς έτρεχα να ξεφύγω, κανείς όμως δεν έδινε σημασία στις κραυγές μου. Τα πόδια μου γλιστρούσαν στο παγωμένο πεζοδρόμιο και οι διώκτες μου όλο ένα και με πλησίαζαν.
“Σας παρακαλώ, τι σας έκανα;”, προσπάθησα να τους ηρεμήσω. Δυστυχώς όμως, δεν μου έδιναν σημασία. Στο χαιρέκακο βλέμμα τους φαινόταν καθαρά πως δεν θα σταματούσαν αν δεν με έπιαναν. Το σκοτάδι δε βοηθούσε την κατάσταση, γιατί δεν έβλεπα που πήγαινα. Στα δεξιά μου ένα στενάκι. "Εδώ θα κρυφτώ", σκέφτηκα και έστριψα μέσα.
Όταν διαπίστωσα πως το στενάκι ήταν αδιέξοδο ήταν πολύ αργά. Τρεις σκοτεινές φιγούρες στέκονταν στην αρχή του στενού και δεν μπορούσα να δω τα πρόσωπα τους. Τους άκουγα όμως να γελάνε και να λένε: “Επιτέλους, σταμάτησε να τρέχει!”. “Έλα μη φοβάσαι! Δε θα σου κάνουμε κακό.”, μου είπε ο ένας και οι άλλοι σιγογέλασαν.
Πήρα μια ανάσα και προσπάθησα να τρέξω από ανάμεσά τους, αλλά ο πιο μεγαλόσωμος με έπιασε. “Κάτσε, που πας; Τώρα αρχίζει η διασκέδαση”, είπε γελώντας σατανικά.
“Σας παρακαλώ αφήστε με”, κλαψούρισα. Δεν μου έδιναν σημασία, απλώς γελούσαν και συζητούσαν για το τι θα μου κάνουν.
“Βοήθεια!”, έβγαλα μια δυνατή κραυγή. Ένας δυνατός πόνος μου τράνταξε το κορμί.
“Σκάσε επιτέλους αναθεματισμένο!”, μου φώναξε ο ένας καθώς με κλότσησε σαν μπάλα. Κουλουριάστηκα στη γωνία από τον πόνο. Τότε ο ένας από αυτούς έβγαλε ένα σκοινί από την τσέπη του και άρχισε να μου δένει τα πόδια. Προσπάθησα να αντισταθώ αλλά ήταν πιο δυνατοί από μένα. Δάγκωσα τον έναν στην προσπάθεια μου να ξεφύγω, αλλά το μόνο που κέρδισα ήταν μια γροθιά στο κεφάλι.
“Α! Το μαλακισμένο με δάγκωσε, τώρα θα σου δείξω εγώ!”, είπε και έβγαλε έναν αναπτήρα από τη τσέπη του.
“Όχι, όχι, σε παρακαλώ...”, κλαψούρισα σιγανά. Πλησίασε τον αναπτήρα στην κοιλιά μου και τον άναψε. Δεν είχα ξανανιώσει έτσι! Ο πόνος ήταν αβάσταχτος και είχε αρχίσει να μυρίζει καμένο. “Βοήθεια!!”, φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα και άρχισα να κλαίω από τον πόνο. Από το φόβο μου κατουρήθηκα και αυτός που μου κρατούσε τα πόδια άρχισε να γελάει. Τότε και οι τρεις σηκώθηκαν επάνω και άρχισαν να με κλωτσάνε. Ήμουν έτοιμος να λιποθυμήσω.
Γιατί; Τι τους έκανα; Εγώ δεν πείραξα κανέναν. Καθόμουν ήσυχα στην γωνία μου και δεν ενοχλούσα κανέναν. Αυτοί με πλησίασαν και άρχισαν να με κυνηγάνε. Καθώς άρχισαν να κλείνουν τα μάτια μου και βγάζοντας την τελευταία μου κραυγή σκεφτόμουν όλα τα ωραία που είχα περάσει με τον φίλο μου τον Γιώργο, πριν η μητέρα του τον μαλώσει και του πει να μην κάνει πια παρέα μαζί μου. Και πάνω που ήμουν σίγουρος πως το τέλος έφτασε...
“Τι κάνετε εκεί ρε;”, ακούστηκε μια βροντερή φωνή από την είσοδο του στενού.
Άνοιξα τα μάτια μου. Παγωμένοι οι βασανιστές μου κοιτούσαν προς τα εκεί.
“Βοήθεια!”, φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Ο ψηλός άνδρας με κοίταξε και μετά κοίταξε αυτούς.
“Τι κάνετε στο καημένο το σκυλάκι ρε μαλακισμένα;”, φώναξε.
“Ε... Τίποτα, εμείς το χαϊδεύαμε...”, είπε ο ένας.
“Το χαϊδεύατε και κλαίει; Τσακιστείτε φύγετε από δω για να μην σας κάνω τα ίδια”, τους είπε με αυστηρό ύφος.
Τα τρία παιδιά έβαλαν τα κεφάλια κάτω και έφυγαν τρέχοντας. Ο άνδρας με πλησίασε και άρχισε να μου λύνει τα πόδια.
“Παλιόπαιδα. Να βασανίζουν ένα αθώο πλάσμα σαν και σένα. Αλλά τι να περιμένει κανείς σ' αυτή τη χώρα; Δεν υπάρχει παιδεία”, μονολογούσε καθώς μου έλυνε τα πόδια μου.
Μόλις λύθηκα πήδηξα στην αγκαλιά του και του έγλυψα το πρόσωπο. “Σε ευχαριστώ”, του είπα και ας μην μπορούσε να με ακούσει.
Ο άνδρας γέλασε. “Έλα μικρούλη, πάμε σπίτι”, είπε και με πήρε στην αγκαλιά του.
Σε λίγη ώρα βρισκόμασταν στο σπίτι του. Η ζεστή ατμόσφαιρα και η γεμάτη αγάπη υποδοχή με έκαναν πολύ χαρούμενο. Επιτέλους, είχα βρει μια οικογένεια. Επιτέλους, θα έκανα κι εγώ όμορφα Χριστούγεννα.
Καλά Χριστούγεννα!