SamsungΉταν δεν ήταν δεκατριών. Κάθε μέρα που πήγαινε στο σχολείο πάλευε να κρύψει τις μελανιές του. Προσπαθούσε... Και εκεί όμως δεν ξεκουράζονταν οι πληγές του, καινούργιες άνοιγαν επάνω στις παλιές! Την προηγούμενη νύχτα έριχνε πυκνό χιόνι. Το παγωμένο βαμβάκι είχε σκεπάσει τα πάντα. Στο σπίτι του μικρού Γιωργάκη δεν υπήρχε θέρμανση, εκεί μέσα όλα ήταν παγωμένα όπως και έξω! Με το θερμόμετρο κολλημένο στους μείον εννιά βαθμούς, ο μικρός Γιωργάκης έπρεπε να ξεκινήσει ξυπόλυτος για το σχολείο, μια και εκείνη τη μέρα διάλεξαν τα αδέρφια του να του πετάξουν στο ποτάμι τα τρυπημένα παπούτσια του για "πλάκα". Ευτυχώς το σχολείο ήταν μόλις διακόσια μέτρα μακριά, αλλά μέσα στο χιόνι ακόμη και αυτή η απόσταση μοιάζει με διακόσια χιλιόμετρα, εάν χρειάζεται να τη διανύσεις ξυπόλητος.
Και ξεκίνησε λοιπόν το δύσκολο δρόμο! Δίπλα στην είσοδο του σχολείο στεκόταν ακίνητος ο Μιχάλης, ένας τετράποδος γεράκος, σκελετωμένος που συνήθως ζητιάνευε λίγο φαγητό και κανένα χάδι από τα παιδιά του σχολείου. Εκείνο που κέρδιζε συνήθως όμως ήταν που και που καμιά κλωτσιά και να κοιτάζει τους ανθρώπους να τον διώχνουν λέγοντας: "Ουστ! Παλιόσκυλο!". Το παλιόσκυλο σήμερα εκτός από την πείνα του ένιωθε και το κρύο να το τρυπάει. Ο γερό Μιχάλης είχε πολλά κοινά με το μικρό Γιωργάκη, που και εκείνος πεινούσε μονίμως και κρύωνε. Το παλιόσκυλο πονούσε επίσης, γιατί τα παιδιά τη γειτονιάς του πέταξαν πέτρες το προηγούμενο απόγευμα. Τα αντανακλαστικά του δεν ήτανε πολύ γρήγορα και τον πέτυχαν πολλές φορές τα παιδάκια που τον είχαν για παιχνίδι. Και ο μικρός Γιωργάκης πονούσε. Τα πόδια του πονούσαν από το κρύο, αλλά και όλο του το κορμί, αφού χθες ο πατέρας του τον ξυλοφόρτωσε και πάλι με τη ζώνη μέσα στο μεθύσι του. Για μια στιγμή ο χρόνος ήταν σα να σταμάτησε και το παιδί και το ζώο κοιτάζονταν. Έπειτα, ο μικρός Γιωργάκης πλησίασε το πληγωμένο ζώο και έβγαλε από τη τσέπη του ένα ξεροκόμματο που είχε κλέψει από το φούρνο δυο μέρες πριν για να ξεγελάσει την πείνα του. "Πάρε να φας!", του είπε και το άφησε κάτω στο χιόνι. "Πάρε να φας!", του είπε σαν να ήτανε ο ίδιος χορτασμένος! Το ζωντανό πλησίασε δειλά δειλά, πήρε στο στόμα του το ψωμί και προσπάθησε να το μασουλήσει, μα δυσκολευόταν επειδή ήτανε σκληρό.
Έπειτα, οι δυο καινούργιοι φίλοι με ένα ακόμη βλέμμα αποφάσισαν να κινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο μικρός ακούμπησε το γέρικο σκυλί στο σβέρκο και έτσι ξεκίνησαν να περπατάνε ξανά και οι δυο ξυπόλητοι μέσα στο χιόνι. Αφού κατευθύνθηκαν προς τη πλατεία του χωριού, έφτασαν μετά από λίγο στην αυλή μιας ηλικιωμένης γυναίκας που φρόντιζε πολλές γάτες και τα παιδιά στη γειτονιά την κορόιδευαν και τη φώναζαν μάγισσα! Το παιδί χτύπησε δειλά την πόρτα, και η γυναίκα τους καλοδέχτηκε. Μετά από λίγο τα δυο πλάσματα καθόντουσαν δίπλα στο τζάκι. Ο μικρός Γιωργάκης μασουλούσε τα κορν φλέικς του και ο γερό Μιχάλης έτρωγε λαίμαργα σκυλοτροφή. Η κυρία Ελένη η "μάγισσα" είχε ξεκινήσει ήδη τις διαδικασίες, ώστε ο μικρός Γιωργάκης να φύγει με νόμιμο τρόπο από το σπίτι με τον μεθύστακα πατέρα που τον ξυλοκοπούσε. Όσο για το γερό Μιχάλη, από ό,τι φαίνεται δεν είχε κανένα πρόβλημα με τις γάτες και έτσι βρέθηκε και για εκείνον μια οικογένεια...
Λίγα χρόνια μετά ο Γιώργος είχε γίνει πια 18. Φέτος πέρασε στην Κτηνιατρική της Θεσσαλονίκης. Την ιστορία αυτή τη διηγήθηκε σε ένα συνεπιβάτη του μέσα στο τραίνο και εκείνος λίγο καιρό μετά έγραψε βιβλίο βασισμένο πάνω σ' αυτή. Θα πήγαινε να περάσει τα Χριστούγεννα με τη γιαγιά Ελένη που πέντε χρόνια πριν τον υιοθέτησε και άλλαξε τη ζωή του. Ο γερό Μιχάλης ήταν πια ένας σκύλος 14 ετών! Τον περίμενε και αυτός με λαχτάρα, και ας ήταν πλέον πιο αδύναμος. Ο Γιώργος θα έφερνε μαζί του στο χωριό και έναν καινούργιο φίλο! Είχε υιοθετήσει ένα ταλαιπωρημένο τρίποδο σκυλί από ένα τοπικό φιλοζωικό σωματείο. Τον ονόμασε Ρας.