kalanta


Γράφει ο Brutus-x


Τα Χριστούγεννα είναι γιορτινές μέρες που όλοι τις περνάνε με τις οικογένειες τους. Τα μεγάλα γιορτινά τραπέζια και τα ζεστά στολισμένα σπίτια υποδέχονται συγγενείς και φίλους, για να γιορτάσουν όλοι μαζί.
Το σπίτι του Λεωνίδα δε διαφέρει σε τίποτα από τα παραπάνω, με μια σημαντική λεπτομέρεια. Οι γονείς του δεν είναι στο σπίτι. Για άλλη μια φορά λοιπόν, ο Λεωνίδας θα περάσει χωρίς αυτούς Χριστούγεννα. Το σπίτι είναι στολισμένο και το φαγητό έτοιμο από τις προηγούμενες μέρες, γιατί οι γονείς του θα λείπουν και την παραμονή αλλά και ανήμερα των Χριστουγέννων.
Οι γονείς του Λεωνίδα δουλεύουν για μια αεροπορική εταιρία. Ο μπαμπάς του είναι πιλότος και μαμά του αεροσυνοδός. Λόγω της δουλειάς τους λείπουν από το σπίτι πολύ συχνά και δεν εξαιρούνται γιορτές και αργίες.
Φέτος όμως είναι που θα περάσει ολομόναχος τις γιορτές, γιατί η γιαγιά του, που ερχόταν κάθε χρόνο και γιόρταζε μαζί του, δυστυχώς είχε πεθάνει το καλοκαίρι.
Κλείνοντας την πόρτα, αφού τον χαιρέτησαν και τον φίλησαν οι γονείς του, γύρισε και κοίταξε το άδειο σπίτι. Έξω ήταν απόγευμα και κάποια παιδιά έλεγαν ακόμα τα κάλαντα. Ο Λεωνίδας κάθισε στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση, όταν ξαφνικά χτύπησε η πόρτα.
“Ποιος είναι;”, είπε ο Λεωνίδας κοιτώντας από το ματάκι.
“Να τα πούμε;”, ακούστηκαν μερικές φωνές απ' έξω.
Ο Λεωνίδας δεν είχε όρεξη να ακούσει τα κάλαντα. Παρόλα αυτά λυπήθηκε τα παιδιά που ήταν έξω στο κρύο και άνοιξε την πόρτα.
“Άντε πείτε τα!”, τους είπε και κάθισε να ακούσει στην πόρτα.
Καθώς τα παιδιά έλεγαν τα κάλαντα, ο Λεωνίδας παρατήρησε ένα μικρό ασπρόμαυρο σκυλάκι να “τραγουδάει” μαζί τους.
“Εντάξει, εντάξει! Σταματήστε!” είπε και τους έδωσε μερικά κέρματα. “Το σκυλάκι αυτό ποιανού είναι;” είπε καθώς έσκυψε να το χαϊδέψει.
“Κανενός.” απάντησε το ένα από τα τρία παιδάκια. “Απλά μας ακολουθεί.”
“Περιμένετε λίγο!”, τους είπε καθώς πήγαινε προς την κουζίνα.
Επέστρεψε κρατώντας ένα κομμάτι κρέας.
“Έλα μικρέ” είπε και έδωσε το κομμάτι στο σκυλάκι, “είπες κι εσύ τα κάλαντα και αυτή είναι η αμοιβή σου!”.
“Σε ευχαριστούμε, καλά Χριστούγεννα”, του ευχήθηκαν τα παιδιά και απομακρύνθηκαν από την αυλή. Ο σκυλάκος κοντοστάθηκε λιγάκι και μετά τα ακολούθησε. Το βλέμμα του Λεωνίδα ακολούθησε τα παιδιά μέχρι που απομακρύνθηκαν αρκετά.
Ο Λεωνίδας έκλεισε την πόρτα και πήγε να καθίσει και πάλι στο σαλόνι.
Οι ώρες πέρασαν και ο Λεωνίδας πείνασε. Πηγαίνοντας προς την κουζίνα άκουσε απ' έξω ένα αλύχτισμα. Πλησίασε προς το παράθυρο δίπλα από την εξώπορτα και κοίταξε έξω. Είδε τότε το μικρό ασπρόμαυρο σκυλάκι που ακολουθούσε τα παιδιά που έλεγαν τα κάλαντα μέσα στην αυλή.
Αμέσως άνοιξε την πόρτα. “Τι κάνεις εσύ εδώ;”, φώναξε.
Ο σκύλος έτρεξε προς το μέρος του κουνώντας την ουρά του.
“Μόνος σου έμεινες μικρέ; Σαν και μένα κι εσύ. Έλα πέρνα μέσα, είναι κρίμα να κάνεις μόνος σου Χριστούγεννα”.
Ο μικρός σκυλάκος μπήκε φοβισμένος μέσα με αργά βήματα. Ο Λεωνίδας έκλεισε την πόρτα και τον χάιδεψε. “Μη φοβάσαι!” του είπε γλυκά. “Πεινάς;”
Ο σκύλος τον κοίταξε και κούνησε την ουρά του.
“Έλα, πάνω στο φαΐ ήρθες” είπε χαμογελώντας ο Λεωνίδας.
Αφού έφαγαν πήγαν και κάθισαν στο σαλόνι όπου η τηλεόραση έπαιζε το γιορτινό πρόγραμμα.
Ο Λεωνίδας πήρε αγκαλιά τον Ξέρξη. Αποφάσισε να τον πει έτσι για πλάκα λόγω της μάχης των Θερμοπυλών.
“Πιο καλά από το να είμαστε μόνοι μας, δεν συμφωνείς;”, τον ρώτησε. Ο Ξέρξης τον κοίταξε και κούνησε την ουρά.
“Εύχομαι όμως να ήταν και οι γονείς μου εδώ. Αλλά δυστυχώς πρέπει να δουλέψουν”, είπε και συνέχισε να λέει στον Ξέρξη για τους γονείς του και τη γιαγιά του.
Η ώρα είχε περάσει και ο Λεωνίδας δεν το πήρε χαμπάρι, ήταν πια περασμένα μεσάνυχτα.
Καθώς λαγοκοιμόταν στον καναπέ άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα οι γονείς του.
“Καλά Χριστούγεννα!” φώναξαν.
Αμέσως πετάχτηκε από τον καναπέ. “Μαμά, Μπαμπά!”, φώναξε όλο χαρά και έτρεξε να τους αγκαλιάσει.
“Μα εσείς δεν θα γυρνούσατε στις 26;”
“Είχε κακοκαιριά και δεν πετάει κανένα αεροπλάνο”, είπε ο πατέρας του.
Ο Ξέρξης γάβγισε και υποδέχτηκε τους γονείς του Λεωνίδα με το δικό του τρόπο.
“Αχ! Τι γλυκό σκυλάκι είναι αυτό;” είπε η μαμά του. “Που το βρήκες;”
Αφού τους εξήγησε τι έγινε, αυτοί τον αγκάλιασαν και όλοι μαζί πήγαν για ύπνο.
Η επόμενη μέρα ήταν η πιο όμορφη για τον Λεωνίδα, αφού είχε μαζί του και τους γονείς του, αλλά και τον καινούριο του φίλο τον Ξέρξη.