κυνηγοςO κυνηγός και η Χριστίνα.


Η Χριστίνα δεν είχε πολλούς μήνες που μετακόμισε στο νησί. Πάλευε να συνηθίσει τη νοοτροπία τους, μα πολλές φορές ένιωθε ανήμπορη ανάμεσα τους.
Τα έβλεπε στο απέναντι χωράφι, πάντα δεμένα, χωρίς τροφή και νερό, κάθε μέρα. Τη πρώτη μέρα που τα αντίκρισε το σοκ ήταν τέτοιο που είχε μείνει ακίνητη και τα κοίταζε εκεί επί μια ώρα ολόκληρη. Κάθε φορά που τα έβλεπε ένιωθε το ίδιο συναίσθημα. Σήμερα είχε αποφασίσει να δράσει! Αρχικά όμως και πάλι τα κοίταζε. Τι και αν είχε πιάσει βροχή, εκείνη ακίνητη τα κοίταζε και προσπαθούσε να καταλάβει το λόγο. Μια ώρα μετά και εκείνη και αυτά βρέχονταν και δεν είχε φροντίσει κανείς να τα πάρει από εκεί πέρα. Ξαφνικά,  κινήθηκε προς το μέρος τους. Πήγε να λύσει. Έλυνε ήρεμα το ένα από τα τρία σκυλιά μέχρι που αισθάνθηκε την κάνη της καραμπίνας να ακουμπάει στην πλάτη της.
"Σήκω και φύγε προτού σου τινάξω τα μυαλά στον αέρα!", εκείνη γύρισε και τον κοίταξε.
"Τα ζώα σας κρυώνουν και πεινάνε, κύριε! Νομίζω θα έπρεπε να κάνετε κάτι για αυτά. Τα παρακολουθώ εδώ και μέρες να μένουν ατάιστα και να κρυώνουν, και εσείς κύριε δεν κάνετε τίποτα!"
"Και ποια είσαι εσύ μωρή που θα μου πεις εμένα τι θα κάνω;", ούρλιαξε ο κυνηγός. Και έξαφνα έπιασε το όπλο από την κάνη και τη χτύπησε στο κεφάλι με το κοντάκιο. Η Χριστίνα έπεσε στο έδαφος και εκείνος συνέχισε να τη χτυπάει αλύπητα όπου έβρισκε. Τα σκυλιά γάβγιζαν με μανία και χτυπιόντουσαν στις αλυσίδες τους. Ο κυνηγός έφυγε και εκείνη παρέμενε στο έδαφος και η βροχή ξέπλενε το πρόσωπο της από το αίμα...
Στην ερημιά ποιος θα άκουγε τις κραυγές των σκύλων; Η Χριστίνα αναίσθητη πλέον δεν γινόταν να φωνάξει, μα και αν είχε τη δύναμη δεν θα την άκουγε κανείς!
Λένε πως εκείνοι που σκοτώνουν για την ευχαρίστηση τους ζώα, δεν θα διστάσουν κάποτε να σκοτώσουν και κάποιον άνθρωπο. Λίγες ώρες αργότερα, προτού ξημερώσει ο κυνηγός έθαψε το πτώμα της Χριστίνας στο βάθος του χωραφιού. Κανείς δεν είδε και δεν άκουσε τίποτα. Κανείς δεν την είχε αναζητήσει...