sheep3Έκανε παγωνιά, ευτυχώς όμως αυτό δεν κρύωνε. Οι ενοχλητικοί άνθρωποι το έβγαζαν φωτογραφίες, αλλά εκεί μέσα τουλάχιστον ήταν προστατευμένο από το κρύο. Σανό υπήρχε στο έδαφος και πιο πέρα ένας κουβάς με νερό. Αλλά οι άνθρωποι...
"Μανόλη κοίτα το προβατάκι!", είπε η μαμά του παιδιού.
"Κάνε μπε προβατάκι!", είπε ο μπαμπάς και τράβηξε τον μικρό μια φωτογραφία δίπλα στο πρόβατο. Τουλάχιστον, αυτοί ήταν ευγενικοί μαζί του. Οι περισσότεροι δεν είναι. Οι περισσότεροι το ονειρεύονται στο φούρνο!
"Κοίτα το! Παχουλό, παχουλό! Αυτό θα ήταν πολύ ωραίο στο φούρνο με πατάτες!", είπαν οι γονείς του μικρού Σωτήρη καθώς έμπαιναν στη Φάτνη. Στο φούρνο, στο τηγάνι ή στην κατσαρόλα, αυτό δεν είχε σημασία. Το πρόβατο ήξερε πως στο τέλος θα μαγειρευτεί και οι φράσεις αυτές μεγάλωναν τη θλίψη του και το έκαναν να παραλύει από φόβο. Τα λυπημένα μάτια των φίλων του όταν τα έπαιρναν για σφαγή είχαν αποτυπωθεί στη μνήμη του, το ίδιο και το τελευταίο κλάμα κάποιων που είχε την ατυχία να ακούσει όταν τα έσφαζαν μες το χωράφι. Οι γιορτές όμως θα παρέτειναν τη ζωή του. Όσο ήταν εδώ στη Φάτνη δεν κινδύνευε από μαχαίρι, είχε ζεστασιά μέσα στη σπηλιά που είχε στηθεί η "ζωντανή" Φάτνη, είχε και αρκετό φαγητό και νερό. Δεν ήταν όμως και όλοι οι επισκέπτες της Φάτνης κακοί! Μια μέρα η μικρή Νικολέτα πλησίασε το πρόβατο δειλά δειλά. Δεν είχε ξαναδεί μέχρι τότε πρόβατο από κοντά, παρά μόνο σε ζωγραφιές, φωτογραφίες και σε μερικά βίντεο στο youtube. Το δεκάχρονο κοριτσάκι άπλωσε το χέρι του και άρχισε να χαϊδεύει διστακτικά το πρόβατο.
"Μαμά τα πρόβατα έχουν όνομα;", ρώτησε η Νικολέτα.
"Όχι αγάπη μου, δεν τους δίνουν ονόματα", είπε η μαμά του κοριτσιού.
"Δεν πειράζει, θα του δώσουμε εμείς ένα!", απάντησε ενθουσιασμένη η Νικολέτα.
Και έτσι το πρόβατο ονομάστηκε Μπίλι. Ο Μπίλι λοιπόν, το μόνο πρόβατο που είχε όνομα στην περιοχή συνέχισε τη ζωή του στη ζωντανή Φάτνη περιμένοντας με φόβο να περάσουν οι γιορτές. Και όσο περνούσαν οι μέρες τόσο ο φόβος του φούντωνε... Πιο πολύ και από το χρόνο όμως τον τρόμαζαν κάποιοι άνθρωποι. Όχι εκείνοι που του έλεγαν ανοιχτά πως θα καταλήξει μαγειρεμένος δεν τον φόβιζαν, αυτούς τους είχε συνηθίσει! Μια μέρα, παραμονή Πρωτοχρονιάς πρέπει να ήτανε, ήρθαν κάτι περίεργοι άνθρωποι με ένα πανό και φώναζαν να απομακρυνθούν τα ζώα από εκεί, γιατί το απαγορεύει ο νόμος! Ο Μπίλι τρόμαξε ακόμη περισσότερο όταν άκουσε πως τους λέγαν φιλόζωους. Ήτανε λέει εκπρόσωποι κάποιων φιλοζωικών σωματείων. Ο Μπίλι ένιωθε όλο και πιο κοντά την ημέρα της σφαγής του να πλησιάζει. Είχε αρχίζει να ψιχαλίζει και έκανε ψύχρα. Ο Μπίλι δεν κρύωνε μες τη σπηλιά μα κάθισε κάτω και άρχισε να τρέμει. Μετά νευρικά ξανασηκώθηκε.
"Αν φύγω από εδώ θα με σκοτώσουν πιο γρήγορα!", τους φώναζε ξανά και ξανά, μα εκείνοι δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγε, αφού δεν μιλούσε την ανθρώπινη γλώσσα!
"Θα με σκοτώσουν σας λέω! Δε με πειράζει να με κοιτάζουν οι άνθρωποι, να ζήσω θέλω!", φώναζε όλο και πιο δυνατά μα εκείνοι και πάλι δεν καταλάβαιναν. Οι φιλόζωοι τον αγνοούσαν και συνέχισαν να μαλώνουν με τους ανθρώπους που είχανε φέρει τα ζώα στη Φάτνη. Όταν πια κόντεψαν να πιαστούν στα χέρια μερικοί αστυνομικοί επέβαλαν την τάξη. Τελικά αποφασίστηκε τα ζώα να παραμείνουν εκεί, βέβαια σε εκείνα δεν ανακοίνωσε κανείς ποια θα είναι η τύχη τους. Όταν ήρθε η Πρωτοχρονιά και τα πάντα κυλούσαν όπως συνήθως στη Φάτνη, ο Μπίλι ησύχασε για λίγο. Οι άνθρωποι τον κοιτούσαν και οι μέρες περνούσαν πολύ γρήγορα, ώσπου το βράδυ των Φώτων τον φόρτωσαν επάνω σε ένα αγροτικό και πριν προλάβει να το καταλάβει βρέθηκε ξανά στο μαντρί.
Σε δυο μέρες θα τέλειωναν όλα, το άκουσε που το λέγαν οι άνθρωποι όταν τον μετέφεραν. Όμως εκείνο ήθελε να ζήσει. Αλλά πως να το σκάσει το πρόβατο από το μαντρί; Λες να μπορούσε; Μα που ακούστηκε ξανά κάτι τέτοιο! Ο Μπίλι τα σκέφτηκε όλα. Δεν υπήρχε λύση. Μόνο ένα θαύμα θα τον έσωζε. Σήκωσε το κεφάλι του, κοίταξε ψηλά και ευχήθηκε να φύγει από εκεί πριν τον σκοτώσουν.
Λίγες ώρες αργότερα το θαύμα έγινε. Η Νικολέτα δεν κατάφερε να ξεχάσει το Μπίλι έπειτα από την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ανήμερα του Αή Γιαννιού η Νικολέττα με τη μαμά της πήγανε να ψάξουν το Μπίλι στη φάτνη. Όταν είδαν πως τα ζώα έλειπαν άρχισαν να ρωτάνε παντού στο χωριό για το που τα πήγαν. Μια ηλικιωμένη τους είπε να πάνε να ψάξουν έξω από το χωριό. Ρώτησαν πέντε έξι άτομα ακόμη και έτσι έφτασαν στη στάνη του κυρ Μήτσου.
Ο Μπίλι δεν κατάλαβε πως έγινε, αλλά ξαφνικά είδε τη Νικολέτα να του φοράει μια κόκκινη κορδέλα και βρέθηκε επάνω σε ένα άλλο αγροτικό. Η μαμά της Νικολέτας τον αγόρασε από τον κυρ Μήτσο στη διπλάσια τιμή από εκείνη που κοστίζει συνήθως ένα ζωντανό πρόβατο. Φυσικά και εκείνος δεν αρνήθηκε να τους τον δώσει και ας αναρωτιόταν τι το ξεχωριστό είχε αυτό το ζώο για να του δίνουν τόσα χρήματα για να το αποκτήσουν. Και έτσι ο Μπίλι για πρώτη φορά πήγαινε σπίτι...