Γράφει ο Brutus-x


Σκοτάδι. Το μόνο που έβλεπα γύρω μου ήταν σκοτάδι. Καμιά φορά το παραπέτασμα του φορτηγού σηκωνόταν από τον αέρα και έμπαινε λίγο φως που ίσα ίσα προλάβαινε να μου κάψει τα μάτια, πριν δω τι είναι εκεί έξω. Η ανυπόφορη μυρωδιά και το στριμωξίδι έκαναν αυτό το ταξίδι ακόμα χειρότερο. Το πάτωμα ήταν γεμάτο ακαθαρσίες και άχυρο. Κάποιοι είχαν ξαπλώσει κάτω, μην αντέχοντας την ορθοστασία άλλο. Η διαδρομή συνέχιζε, με το καμιόνι να τραντάζεται σε κάθε λακκούβα, ώσπου ξαφνικά ένα δυνατό τρίξιμο ακούστηκε, το φορτηγό σταμάτησε απότομα και χάνοντας την ισορροπία μας πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλο και ορισμένοι κάτω. Ένα φοβερό ξεφύσημα ακολούθησε και μετά ησυχία. Όλοι περιμέναμε με αγωνία για το τι θα γίνει παρακάτω.
Που είμαστε; Γιατί μας έφεραν εδώ;
Οι σκέψεις μας διακόπηκαν όταν ακούστηκε ένας κρότος και μετά φωνές. Πριν προλάβω να ακούσω τι έλεγαν, τριξίματα και θόρυβος προήλθαν από το πίσω μέρος της καρότσας. Η μεγάλη πόρτα άνοιξε και το φως με τύφλωσε για λίγα δευτερόλεπτα. Μέχρι τα μάτια μου να συνηθίσουν τη διαφορά, ένας άνθρωπος είχε ανέβει επάνω και κάποιοι από εμάς είχαν ήδη αρχίσει να κατεβαίνουν. Σπρώξιμο και φασαρία. Προς τι όλη αυτή η βιασύνη; Που πηγαίνουμε;
Βγαίνοντας από το καμιόνι, οι χρυσαφένιες αχτίδες του ήλιου ζέσταναν το κορμί μου και επιτέλους ένιωσα λίγο όμορφα, βγαίνοντας από το κρύο μεταλλικό κουτί. Κοιτάζοντας γύρω μου είδα ανθρώπους που κρατούσαν κοντάρια και είχαν σχηματίσει μια διαδρομή που οδηγούσε σε ένα μεγάλο γκρι κτήριο. Μπαίνοντας μέσα, η ατμόσφαιρα ήταν πιο κρύα και ήταν σχετικά σκοτεινά, μόνο λίγο από το φως του ήλιου έμπαινε από τα μικρά ορθογώνια παράθυρα που βρίσκονταν κοντά στην οροφή του κτηρίου και από τις μεγάλες, μισοπεθαμένες λάμπες που έβγαινε λίγο ακόμη άσπρο φως.
Προχωρώντας παρακάτω, μας διαχώρισαν. Μερικούς από μας τους πήγαν σε μεταλλικά κλουβιά μαζί με άλλους που ήταν ήδη εδώ, κάποιους άλλους τους πέρασαν μέσα από δύο μεγάλες μεταλλικές πόρτες, όπου δεν πρόλαβα να δω τι ήταν εκεί, και τέλος εμάς τους υπόλοιπους, αφού περάσαμε μια πόρτα φτιαγμένη από ημιδιαφανή πλαστικά που κρέμονταν από την κάσα της, μας πήγαν σε έναν μεγάλο χώρο και μας έβαλαν σε ένα κλουβί όλους μαζί.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και ένας μεγαλόσωμος άνδρας άνοιξε την πόρτα, άρπαξε έναν από μας και βγήκε έξω, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Φώναζε και κλωτσούσε αλλά ο γεροδεμένος άνδρας τον είχε γραπώσει για τα καλά. Πλησίασα προς τα κάγκελα του κλουβιού και προσπάθησα να δω τι συμβαίνει, αλλά μάταια. Όσο και αν πίεζα το κεφάλι μου επάνω στη μεταλλική επιφάνεια, δεν μπορούσα να δω τι γίνεται, παρά μόνο να ακούσω. Οι κραυγές του έφταναν μέχρι το κλουβί μας και ας είχε απομακρυνθεί αρκετά από εκεί. Ξαφνικά ένας δυνατός γδούπος έσβησε τις κραυγές και το μόνο που ακουγόταν μετά ήταν ο ήχος από κάτι που στάζει. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί, όμως τα πόδια μου είχαν αρχίσει να τρέμουν ανεξέλεγκτα και ο φόβος άρχισε να κυριεύει το κορμί μου.
Έβαλα τα δυνατά μου να διώξω το φόβο και με δυσκολία έφτασα στο πίσω μέρος του κλουβιού. Η σκέψη μου ήταν πως, όσο πιο πίσω ήμουν τόσο πιο αργά θα ερχόταν η σειρά μου...
Κανείς άλλος δεν φαινόταν να έχει καταλάβει τι γίνεται εδώ. Όχι πως εγώ ήξερα, όμως κάτι κακό υπήρχε, το ένιωθα, ήταν αυτό που έκανε τη ραχοκοκαλιά μου να παγώσει και τα πόδια μου να τρέμουν, ήταν αυτό που έκανε τις κραυγές του δικού μας να σωπάσουν ξαφνικά.
Πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί, ο ίδιος άνδρας άνοιξε την πόρτα και άρπαξε άλλον έναν, τον έβαλε στους ώμους του και κλείνοντας την πόρτα απομακρύνθηκε. Σαν σε επανάληψη, οι κραυγές, οι φωνές, ο γδούπος, το πιτσίλισμα και μετά ησυχία.
Δεν ήξερα τι να κάνω, πως να αντιδράσω, είχα πανικοβληθεί τελείως. Έπρεπε να βρω έναν τρόπο να φύγω από 'δω μέσα μαζί με τους άλλους. Έπρεπε να σκαρφιστώ στα γρήγορα ένα σχέδιο απόδρασης. Προσπάθησα να συνεννοηθώ με τους γύρω μου αλλά χωρίς επιτυχία. Κανείς δεν με άκουγε, κανείς δεν μου έδινε σημασία. Όλοι έμοιαζαν υπνωτισμένοι, σαν να μην τους ενδιέφερε για αυτό που έγινε στους άλλους δύο, σαν να μην τους ενδιαφέρει τι θα γίνει και με αυτούς. Όμως δεν πρέπει να το αφήσω έτσι. Πρέπει να φύγω από εδώ ακόμα και αν κανείς από αυτούς εδώ δεν θέλει να με βοηθήσει. Άρχισα να βάζω τις σκέψεις μου σε σειρά για να μπορέσω να βρω τρόπους για να ξεφύγω.
Ο άνδρας έρχεται πάντα μόνος του.
Ανοίγει την πόρτα πολύ λίγο, ίσα ίσα για να βγάλει έναν από εμάς έξω.
Όσο τον κρατάει έχει μόνο ένα χέρι για να κλείσει την πόρτα.
Αυτό είναι! Αυτή είναι η ευκαιρία μου! Αν καταφέρω να κάνω πανικό την ώρα που έχει ένα χέρι απασχολημένο τότε δεν θα έχει αρκετή δύναμη για να κλείσει την πόρτα, οπότε σπρώχνοντας όλοι μαζί είναι πολύ πιθανόν πως θα καταφέρουμε να την ανοίξουμε και να βγούμε.
Αυτό ήταν, το σχέδιο ήταν αρκετά απλό και με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας. Ήξερα πως δεν υπήρχε λόγος να πω στους άλλους κάτι αφού δεν μου έδιναν σημασία έτσι κι αλλιώς. Εκείνη τη στιγμή άκουσα τα γνωστά βήματα του γιγαντόσωμου άνδρα να πλησιάζουν. Πλησίασε την πόρτα και άρχισε τη ρουτίνα του, όπως ένα καλά προγραμματισμένο ρομπότ. Άνοιξε την πόρτα, άρπαξε τον πρώτο που είδε κοντά του και τον έβαλε πίσω από το σβέρκο του. Τώρα ήταν η ευκαιρία μου! Άρχισα να κλοτσάω, να σπρώχνω, να δαγκώνω και ο,τι άλλο μπορούσα, για να κάνω τους υπόλοιπους να κουνηθούν προς την πόρτα. Είχα αρχίσει έναν πανικό. Κλωτσιές, σπρωξίματα, χαμός, όλοι μαζί σαν μια μεγάλη μάζα κατευθυνόμασταν προς την πόρτα που ο άνδρας μόλις είχε πιάσει με το ένα χέρι για να κλείσει. Με φόρα πέσανε οι πρώτοι επάνω στην καγκελόπορτα και αμέσως ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Ο άνδρας πανικόβλητος πέταξε το αρνί που είχε μόλις φορτώσει στην πλάτη του και με υπεράνθρωπες προσπάθειες έσπρωχνε την πόρτα για να την κλείσει. Μάταια όμως ,η δύναμη ενός κοπαδιού που συνεργάζεται δεν μπορεί να σταματήσει έτσι απλά. Όσο δυνατός κι αν ήταν αυτός ο άνθρωπος δεν άργησε να βρεθεί στο πάτωμα και με την πόρτα ορθάνοιχτη πια να μας παρακολουθεί ανήμπορος να τρέχουμε προς τα έξω. Ο πεσμένος άνδρας έβαλε τις φωνές και κοιτάζοντας πίσω μου είδα από τη γωνία να βγαίνουν άλλοι δύο άνδρες. Μπροστά μου γινόταν χαμός, το κοπάδι έτρεχε πανικόβλητο και παρέσερνε ο,τι βρισκόταν στο διάβα του. Εγώ ήμουν στο τέλος του κοπαδιού και έτρεχα με όλη μου τη δύναμη. Περάσαμε την πόρτα με τα διάφανα πλαστικά και βρεθήκαμε στον μεγάλο χώρο διαχωρισμού. Ακολουθήσαμε τη διαδρομή που κάναμε όταν μας φέρανε. Τα υπόλοιπα αρνιά κοιτούσαν μέσα από τα κλουβιά τους σαν χαμένα προσπαθώντας να καταλάβουν τι γίνεται. Μπροστά μου έβλεπα τη μεγάλη μεταλλική πόρτα του κτηρίου μισάνοιχτη. Η ελευθερία είναι πολύ κοντά! Μόλις περάσουμε τη μεγάλη πόρτα θα χαθούμε στο δασάκι που βρίσκεται δίπλα στο κτήριο και μετά δεν θα μπορούν να μας πιάσουν πια. Οι άνθρωποι ξωπίσω μας έτρεχαν να μας προλάβουν φωνάζοντας, βρίζοντας και πετώντας πράγματα. Κάποιοι από εμάς χτυπήθηκαν και πιάστηκαν. Κανείς δεν σταμάτησε. Ο προορισμός μας βρισκόταν μπροστά. Το άνοιγμα της πόρτας ήταν αρκετό για να χωρέσουν οι πρώτοι, οι οποίοι περνώντας άνοιξαν την έξοδο κι άλλο. Σα χείμαρρος ξεχυθήκαμε έξω και ούτε το δυνατό φως που μα τύφλωσε για μια στιγμή σταμάτησε το πέρασμά μας.
Αυτό ήταν! Ελευθερία! Ήμασταν έξω πια! Κανείς δεν μπορούσε να μας σταματήσει. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Πριν προλάβουμε να τρέξουμε προς το δασάκι, δύο άνδρες μπήκαν μπροστά μας κρατώντας από ένα μεταλλικό σωλήνα ο καθένας. Ένας φοβερός κρότος ακούστηκε και μια μικρή λάμψη βγήκε από τον σωλήνα του ενός και ένας από τους μπροστινούς έπεσε κάτω. Τότε ήταν που ξεκίνησε ο πραγματικός πανικός. Οι πίσω έτρεχαν προς το δασάκι, οι μπροστά είχαν γυρίσει και έτρεχαν προς την άλλη μεριά. ΜΠΑΜ! Δεύτερος κρότος και άλλος ένας στο πάτωμα. Μας είχαν περικυκλώσει και πέφταμε ο ένας επάνω στον άλλο. Φωνές, κρότοι, βελάσματα, κανονικό πανδαιμόνιο! Τότε ήταν που βρήκα την ευκαιρία μαζί με μερικούς ακόμα να τρέξουμε μακριά. Ανάμεσα στους τέσσερις άνδρες υπήρξε για λίγα δευτερόλεπτα ένα κενό και εγώ με άλλους τρεις καταφέραμε να το εκμεταλλευτούμε. Έτρεχα με όλη την δύναμη του σώματος μου. Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να πονάνε και η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα θα εκραγεί.
Είμαι ελεύθερος, έλεγα στον εαυτό μου. Τα κατάφερα. Πίστευα πως είχα ξεφύγει.
Ο τύπος με το πράσινο καπέλο που πήδηξε και με έπιασε όμως, δεν πίστευε το ίδιο. Ένας δυνατός πόνος διαπέρασε τη δεξιά μου πλευρά και σε κλάσματα του δευτερολέπτου βρεθήκαμε και οι δύο να κυλιόμαστε στο χώμα. Πριν προλάβω να σηκωθώ ο άνδρας που με κρατούσε ακόμα κατάφερε και με κράτησε κάτω μέχρι που ήρθε άλλος ένας και με πιάσανε μαζί. Το όπλο του που μόλις πριν λίγο είχε πυροβολήσει με ακούμπησε με την κάννη του στο μηρό και με έκαψε. Χτυπιόμουν και κλοτσούσα αλλά μάταια, αυτοί οι δύο ήταν πολύ πιο δυνατοί από μένα. Με σήκωσαν λοιπόν και άρχισαν να με πηγαίνουν προς τα μέσα. Όσο προσπαθούσα να ξεφύγω παρατήρησα με την άκρη του ματιού μου πως τέσσερις με πέντε από εμάς βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα και οι υπόλοιποι όδευαν προς το μεγάλο γκρι κτήριο καθοδηγούμενοι από τους ανθρώπους, που τους χτυπούσαν με τις καραμπίνες τους για να κάνουν πιο γρήγορα.
Οι δύο αυτοί άνδρες με κουβάλησαν μέχρι μέσα, πέρα από τις πλαστικές λωρίδες και πέρα από το κλουβί από όπου δραπετεύσαμε. Πίσω από τη μυστηριώδη γωνία. Εκεί απ' όπου ερχόταν ο ανατριχιαστικός γδούπος και το πιτσίλισμα. Κοίταξα γύρω μου και είδα παντού αίματα. Στους τοίχους, στο πάτωμα παντού κόκκινες πιτσιλιές και λίμνες αίματος. Οι άνθρωποι με έδεσαν με δυο λουριά από τη μέση και απομακρύνθηκαν. Ένας τρίτος με πλησίασε και μου είπε “Μη κουνιέσαι μικρέ και δε θα καταλάβεις τίποτα.”
Ναι καλά! Λες και δεν ήξερα τι θα γινόταν εδώ. Όσο και αν ήθελα να ξεφύγω βέβαια, τα λουριά αλλά και η κούραση δε με άφηναν. Σήκωσα το κεφάλι μου και κοίταξα τον χοντρό αυτόν άνδρα στα μάτια. Το κεφάλι του ήταν ολοστρόγγυλο σα μπάλα του βόλεϊ με κόκκινα μάγουλα και μάτια μεγάλα που έμοιαζαν έτοιμα να βγουν από τις κόγχες τους. Το σώμα του ήταν μεγάλο και στρογγυλό, η κοιλιά του σαν ένα τεράστιο μπαλόνι που ήταν έτοιμο να σκάσει σκεπαζόταν από μια άσπρη ποδιά που είχε γίνει πλέον κόκκινη από τα αίματα των προηγούμενων. Στα ιδρωμένα χοντροκομμένα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο σφυρί, που στην άκρη του ήταν κόκκινο από τα ξεραμένα αίματα. Με κοίταξε κι αυτός και χαμογέλασε. Δεν φάνηκε να έχει ίχνος λύπης για μένα και προφανώς ούτε και για τα προηγούμενα θύματά του. Με κοίταξε καλά καλά και σήκωσε το σφυρί του. Το πήγε πίσω από το κεφάλι του και με φόρα άρχισε να το κατεβάζει στο δικό μου. Προσπάθησα για μια τελευταία φορά να ξεφύγω αλλά μάταια. Το σφυρί με πλησίαζε αστραπιαία και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κλείσω τα μάτια. Ο γνωστός γδούπος ακούστηκε, όμως αυτή τη φόρα μέσα στο κεφάλι μου. Το κρανίο μου τραντάχτηκε ολόκληρο και το σώμα μου άρχιζε να μουδιάζει. Ένας φοβερός πόνος διαπέρασε το κορμί μου και με έκανε να γονατίσω, προσπάθησα να ουρλιάξω, αλλά δεν έβγαινε φωνή από το στόμα μου. Τα μάτια μου δάκρυσαν και όσο και αν ήθελα να τα ανοίξω δεν μπορούσα. Όλα γύρω μου μαύρα και ένα κρύο άρχισε να με τυλίγει. Οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν με ραγδαίους ρυθμούς και το τελευταίο πράγμα που άκουσα πριν σβήσουν όλα γύρω μου ήταν ο χοντρός να λέει σε κάποιον από τους άλλους: “Εντάξει, κόφ' το!”.
Πετάχτηκα ιδρωμένος και έπιασα το κεφάλι μου. Ευτυχώς ήταν όλο εκεί και ας με πονούσε διαβολεμένα. Άνοιξα τα μάτια μου κοίταξα πανικόβλητος γύρω μου, βρισκόμουν σε ένα δωμάτιο κι απ' έξω ακουγόταν δυνατή μουσική, φωνές και γέλια. Σηκώθηκα, πλησίασα το παράθυρο, κρατώντας ακόμα το κεφάλι μου που πήγαινε να σπάσει, και κοίταξα έξω. Κόσμος τραγουδούσε και χόρευε στο ρυθμό δημοτικών τραγουδιών και δίπλα υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι γεμάτο φαγητά, πιο εκεί μια σούβλα που ακόμα γύριζε αργά και το το σουβλισμένο αρνί άχνιζε ζεματιστό. Ακόμα ήμουν λίγο χαμένος, όμως οι μνήμες μου άρχισαν σιγά σιγά να επανέρχονται. Οι κρόταφοί μου χτυπούσαν ακόμα δυνατά και αναγκάστηκα να καθίσω πίσω στο κρεβάτι για να μην πέσω από τη ζαλάδα. Ο εφιάλτης απ' τον οποίο μόλις είχα ξυπνήσει ήταν φοβερός. Δεν έχω ξαναδεί τόσο αληθινό όνειρο στη ζωή μου. Μάλλον δεν έπρεπε να πιω τόσο κρασί... Προφανώς το κρασί σε συνδυασμό με το αρκετό αρνί που έφαγα δεν μου έκαναν καλό. Ήπια λίγο νερό από το ποτήρι που υπήρχε στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι και τότε θυμήθηκα. Θυμήθηκα κάτι που είχα παρατηρήσει, αλλά το πέρασα στο υποσυνείδητό μου. Όταν ο ξάδερφός μου έφερε το αρνί, είχε στο μηρό του ένα στρογγυλό σημάδι, σαν από κάψιμο. Το όνειρο επέστρεψε σαν αστραπή στο κεφάλι μου και κατάλαβα πως το αρνί από το όνειρο ήταν το ίδιο αρνί που γύριζε ακόμα στη σούβλα που βρισκόταν στην αυλή. Ο εφιάλτης μου δεν ήταν κάτι που το μυαλό μου είχε κατασκευάσει όσο εγώ κοιμόμουν από τις δικές μου αναμνήσεις, αλλά οι μνήμες από ένα άλλο πλάσμα και συγκεκριμένα από το αρνάκι που ψήνανε. Δεν ξέρω πως έγινε αυτό όμως ήταν πέρα για πέρα αληθινό.
Ίσως το αρνάκι που έχασε τη ζωή του να προσπαθούσε να μου δείξει κάτι μέσα από τις τελευταίες εικόνες που είδαν τα μάτια του. Ίσως κάποια άλλη δύναμη να έκανε αυτό το γεγονός να συμβεί. Δεν μπορώ να ξέρω πως και γιατί μου συνέβη αυτή η εμπειρία, ξέρω όμως πως μου άφησε ένα καλό σημάδι. Είχα δει αρκετές φορές πως είναι τα σφαγεία και τι γίνεται εκεί μέσα, όμως πότε μέσα από τα μάτια ενός ζώου, και πως θα μπορούσα άλλωστε;
Αυτό το συμβάν με έκανε να αλλάξω κάποιες από τις μέχρι τώρα σκέψεις μου. Το κρέας ήταν πάντα μέρος της διατροφής μου, όπως και κάθε ανθρώπου και παρόλο το ταρακούνημα που μου έκανε αυτό το “όνειρο” δεν πρόκειται να το βγάλω από τη διατροφή μου, γιατί μου χρειάζεται, μπορώ όμως να το ελαττώσω. Σκέφτηκα όμως πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο γεγονός πως οι άνθρωποι τρώνε κρέας, αλλά ότι τρώνε πολύ παραπάνω κρέας από όσο χρειάζονται. Αν η ζήτηση του κρέατος δεν ήταν τόσο μεγάλη, τότε δεν θα υπήρχαν τόσα σφαγεία και ούτε τόσα νεκρά ζώα με αυτό το βάναυσο τρόπο. Ο άνθρωπος χρειάζεται σχετικά μικρές ποσότητες κρέατος για να επιβιώσει και να είναι υγιής, αλλά ένας μέσος άνθρωπος τρώει σχεδόν καθημερινά κρέας. Κάνοντας μερικούς υπολογισμούς στο πονεμένο μου κεφάλι έφτασα στο συμπέρασμα πως αν όλοι οι άνθρωποι έτρωγαν μόνο δύο φορές την εβδομάδα κρέας τότε τα σφαγεία και οι φόνοι των άμοιρων αυτών ζώων θα μειώνονταν ραγδαία. Έπειτα υπάρχουν και τα έθιμα, που συνήθως απαιτούν κρέας στο τραπέζι της οικογένειας, όμως για να είμαστε ειλικρινής πόσοι από όλους αυτούς που τιμούν τα έθιμα και τα τηρούν κάθε χρόνο ευλαβικά ξέρουν πραγματικά ποια είναι η σημασία τους και η ιστορία τους; Ας πούμε για το Πάσχα που είναι σήμερα, πόσοι από όλους αυτούς που χορεύουν εκεί έξω ξέρουν άραγε γιατί αυτό το αρνάκι που το πήραν άρον άρον από το βυζί της μάνας του, βρίσκεται παλουκωμένο να γυρνάει πάνω από ένα σωρό με αναμμένα κάρβουνα; Ίσως μερικοί να ξέρουν ότι συμβολίζει τον Αμνό του Θεού και τη θυσία που έκαναν οι Εβραίοι γιορτάζοντας την έξοδό τους από την Αίγυπτο για να ευχαριστήσουν τον Θεό. Αλλά πόσοι το πιστεύουν αληθινά; Άλλωστε αν πάρουμε τις γραφές μετά από τη σταύρωση του Ιησού δεν χρειάζονται πια θυσίες γιατί Αυτός ήταν η υπέρτατη θυσία. Άρα ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι που δεν πιστεύεις πραγματικά, απλά και μόνο επειδή το κάνουν οι άλλοι;
Μπερδεμένος όπως ήμουν στις σκέψεις μου, δεν πήρα χαμπάρι πότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε η θεία μου μέσα.
“Έλα αγοράκι μου ξύπνησες; Πώς είσαι;”, με ρώτησε με την διαπεραστική τσιριχτή φωνή της.
“Καλά είμαι θεία, μόνο που με πεθαίνει το κεφάλι μου.”
“Έλα να φας λίγο μαγειρίτσα που έκανα με τα χεράκια μου και θα σου περάσουν όλα”, είπε και με έπιασε από το χέρι για να πάμε κάτω.
“Ευχαριστώ βρε θεία, αλλά δεν θέλω να φάω.”
“Γιατί πουλάκι μου; Δεν σου αρέσει η μαγειρίτσα της θείας; Εσύ έκανες σαν τρελός.”
“Ε, ας πούμε πως λογικεύτηκα τώρα”, της απάντησα και χαμογέλασα.
“Όλο παραξενιές είστε εσείς οι νέοι. Όπως αγαπάς, κάτω πάντως έχει ένα σωρό φαγητά να φας, τι θα τα κάνουμε θα τα πετάξουμε;”
“Καλά θεία, τώρα θα κατέβω”, είπα και σηκώθηκα από το κρεβάτι, “Θα πάω να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου και θα έρθω.”
Η θεία μου κούνησε το κεφάλι της και βγήκε από το δωμάτιο. Την άκουσα να κατεβαίνει τις σκάλες μέχρι που ο ήχος των βημάτων της έσβησε στο βάθος. Η ξαφνική της επίσκεψη είχε διακόψει τις σκέψεις μου και εγώ τώρα ήμουν όρθιος και πήγαινα για την τουαλέτα. Σίγουρα δεν θα γίνω χορτοφάγος, αλλά η ζωή μου δεν θα είναι η ίδια από δω και πέρα, γιατί εγώ δεν θα την αφήσω να είναι.