Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα


Μεγάλη Τρίτη, το pet shop ήταν άδειο, και η ζέστη μέσα ήταν αφόρητη. Ο υπάλληλος κάθεται στη καρέκλα πίσω από το μεγάλο πάγκο του ταμείου και ούτε που προσέχει πως τα κουτάβια της βιτρίνας δεν έχουν ούτε μερικές σταγόνες νερό για να πιουν. Η ηρεμία του μαγαζιού παύει όταν ακούγεται ο ήχος από τα τακούνια της νονάς που πλησιάζει. Το βλέμμα ξεκολλάει για λίγο από την οθόνη του iPhone, και ο υπάλληλος αρχίζει να κοιτάζει τη γυναίκα που μόλις μπήκε.
“Καλησπέρα σας”
“Καλησπέρα. Θέλω ένα μικρό σκυλί. Ξέρεις από εκείνα που δε μεγαλώνουν πολύ. Να είναι ήσυχο, να μην επιτίθεται. Το θέλω για ένα παιδάκι 10 ετών”, είπε η νονά περιγράφοντας το ζωντανό σαν να ήταν λούτρινο παιχνίδι.
Ο υπάλληλος άφησε στην άκρη το iPhone, και πλησίασε μαζί με την καλοντυμένη γυναίκα τη βιτρίνα με τα διψασμένα κουτάβια.
“Για παιδί... Χμ... Θα σας πείραζε να είναι μαλλιαρό;”
“Θα προτιμούσα να μην αφήνει πολύ τρίχα στο χώρο”
“Σε πολύ μικρόσωμο δεν έχω κάτι άλλο τώρα πέρα από αυτό το πομεράνιαν εδώ. Αλλά αυτό είναι μαλλιαρό. Αλλά είναι ζώο πολύ φιλικό και κατάλληλο για να ζει μαζί με παιδιά”, είπε ο υπάλληλος με τις περιορισμένες του γνώσεις.
“Πομεράνιαν ε; Και δε μου λες; Είναι καθαρόαιμο;”
“Φυσικά και είναι καθαρόαιμο”
“Και πόσο το δίνεται αυτό;”
“450 ευρώ. Έχει κάνει ήδη και τα πρώτα του εμβόλια.”
“Τέλοσπαντων. Βιάζομαι έτσι και αλλιώς. Δώσε μου ένα τέτοιο. Εκείνο εκεί το άσπρο. Αρκεί να είναι κορίτσι.”
“Εκείνο είναι αρσενικό. Εάν θέλετε μπορώ να σας δώσω το διπλανό το ασπρόμαυρο που είναι θηλυκό.”
“Όχι! Όχι! Το άσπρο δώσε δεν πειράζει...”
“Να δούμε και μερικά πράγματα για τη διατροφή του;”
“Όχι, αυτά ας τα δουν οι ίδιοι. Εγώ δώρο το κάνω...”


Λίγες ώρες αργότερα η νονά ήταν έξω από το σπίτι της βαφτισιμιάς της με το κουτάβι παραμάσχαλα. Το κρατούσε βέβαια με προσοχή, ώστε να μη της λερώσει το φρεσκοσιδερομένο ταγιέρ της. Μόλις χτύπησε το κουδούνι η πόρτα άνοιξε και η κουμπάρα της την υποδέχθηκε με αγκαλιές και φιλιά. Η μικρή Ελενίτσα έπεσε στην αγκαλιά της νονάς και τότε εκείνη της αποκάλυψε πως το μικρό σκυλάκι είναι το δώρο της, μαζί με το ζωντανό της έδωσε και μια λαμπάδα για την ανάσταση.
“Α! Τι όμορφο!”, αναφώνησε η μαμά της Ελενίτσας και έπειτα πρόσθεσε με τσιριχτή φωνή, “Μα δεν ήταν ανάγκη! Ελενίτσα πες ευχαριστώ στη νονά!”
“Ευχαριστώ νονά!”, είπε το κοριτσάκι.


Εκείνο που δεν εξήγησε καμιά τους στο κοριτσάκι ήταν πως το σκυλάκι δεν ήταν παιχνίδι, και αυτό φυσικά και είχε συνέπειες.
Τη Μεγάλη Τετάρτη η Ελενίτσα αποφάσισε πως ήθελε να ελέγξει εάν το σκυλάκι πονάει όταν του τραβάς την ουρά και τα αυτιά. Ταυτόχρονα, η μαμά της δεν έλεγχε εάν το κουτάβι έτρωγε τη τροφή που άφηνε σε ένα κουπάκι στην κουζίνα, ούτε έλεγχε εάν έπινε νερό. Η Ελενίτσα, σα σωστός διάολος, πετούσε στην τουαλέτα τη τροφή μόλις η μαμά της εξαφανιζόταν, και έτσι το κουτάβι πεινούσε και διψούσε ακόμη. Ευτυχώς εκείνο προλάβαινε να καταβροχθίσει λίγη τροφή μέχρι το μικρό τέρας να εμφανιστεί. Τη Μεγάλη Πέμπτη η Ελενίτσα αποφάσισε να σκεπάσει το κουτάβι με το μαξιλάρι της για να δει εάν μπορεί να αναπνέει... Ευτυχώς, σύντομα η μητέρα της πλησίασε στο δωμάτιο για να τη φωνάξει για φαγητό, και εκείνη τρομαγμένη έβγαλε το μαξιλάρι από το κουτάβι.
Τη Μεγάλη Παρασκευή η Ελενίτσα αποφάσισε να κάνει ακόμη ένα πείραμα. Ήταν η κατάλληλη στιγμή άλλωστε, αφού η μαμά της είχε πάει για ψώνια... Έβαλε το κουτάβι κάτω από το μαξιλάρι και εκείνη κάθισε πάνω του. Αποφάσισε να μην κουνηθεί ώσπου η μαμά της να γυρίσει και έτσι και έγινε. Πέρασε περίπου μια ώρα. Η μαμά της ακούστηκε κοντά στην πόρτα. Εκείνη σηκώθηκε, πέταξε το νεκρό ζώο στην άκρη και άρχισε να τσιρίζει παριστάνοντας πως κλαίει.


“Μαμά, μαμά! Το σκυλάκι δεν είναι καλά! Μαμά!”


Η μάνα άρπαξε πανικόβλητη το νεκρό ζώο, και επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει έτρεξε στο διπλανό κτηνιατρείο. Τρομαγμένη η Ελενίτσα, μήπως και καταλάβουν πως το “παιχνίδι” της το σκότωσε η ίδια έτρεξε  πίσω από τη μάνα της, κλαίγοντας στα αλήθεια αυτή τη φορά.


Ο γιατρός απλά ανακοίνωσε πως το σκυλί ήταν νεκρό. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ψάξει τι ήταν αυτό που το σκότωσε. Όλη η οικογένεια είπε πως “η νονά τους έφερε στο σπίτι ένα άρρωστο κουτάβι”...


Χριστός Ανέστη!