Η φωλιά ήταν εκεί στο μπαλκόνι. Ήταν όμορφο το θέαμα να βλέπεις τη μαμά με τα μωρά εκεί πάνω. Εντάξει... Δεν τα έβλεπα ακριβώς. Ήμουν και εγώ μια σταλιά τότε. Πόσο να ήμουν άραγε; Τριών; Τεσσάρων; Όπως και να έχει το περιστατικό έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου. Τι όμορφο ήταν να τα ακούς να τιτιβίζουν. Η εικόνα άρχισε να έχει γκρίζες αποχρώσεις όταν η μαμά αποφάσισε για κάποιο λόγο να πετάει τα πουλάκια από τη φωλιά. Ήμουν πολύ μικρή για να καταλάβω τι συνέβαινε, θυμάμαι όμως πως ο πατέρας μου τα έβαζε πίσω. Είχα ελπίδα, ήθελα να μην τα ξαναπετάξει ξανά έξω από τη φωλιά. Μάταια όμως! Τα μικρά δεν είχαν ακόμη πούπουλα και μου φαινόντουσαν πολύ αδύναμα εκεί κάτω στο πάτωμα. Όσο και αν εκείνη τα πετούσε ο πατέρας μου τα έβαζε πίσω. Και σε μια στιγμή, εκεί που έτρεχα και έπαιζα αμέριμνη, ένιωσα κάτι κάτω από το πόδι μου και ταυτόχρονα άκουσα και έναν παράξενο ήχο. Είχα πατήσει το σπουργίτι που είχε πετάξει και πάλι η μάνα έξω από τη φωλιά. Το πάτησα και αυτό ξεψύχησε. Αυτό που άκουσα ήταν η τελευταία του αναπνοή. Το είχα σκοτώσει. Χωρίς να το καταλάβω και χωρίς να το θέλω το είχα σκοτώσει! Πέρασαν περίπου 22 χρόνια από τότε και το νεκρό σπουργίτι στοιχειώνει ακόμη τις σκέψεις μου. Νιώθω απόλυτα υπεύθυνη για αυτό που έγινε, αν και θα μπορούσε οποιοσδήποτε να πει πως το έκανα "άθελα μου".


Και πέρασαν και μερικά ακόμη χρόνια. Ήμουν τότε 8 ετών περίπου. Δευτέρα δημοτικού. Από τότε είχαμε άπειρες αδέσποτες γάτες στη γειτονιά. Στις αρχές του '90 οι λέξεις: κτηνίατρος, στείρωση, περίθαλψη, τροφή ειδική για γάτες ήτανε μέχρι τότε άγνωστες. Οι γάτες τρεφόντουσαν με αποφάγια και ψωμιά που τους πετούσαμε από το μπαλκόνι και σερνόντουσαν νεκρές όταν τις πατούσαν τα αμάξια επάνω στη Ρόδου-Λίνδου. Δεκάδες γάτες... Το σκηνικό ήταν πάντα το ίδιο. Πάντα σαν παιδί νόμιζα πως "υιοθετούσα" κάποιο γάτο, τον ονόμαζα γάτο "μου", του έβρισκα όνομα, τον τάιζα εγώ τα αποφάγια (δεν ήξερα τίποτα άλλο μέχρι τότε), οι δικοί μου τα ήθελαν "μόνο στην αυλή", και μια μέρα ο γάτος απλά χανόταν. Πολύ αργότερα πάντα μάθαινα πως κάποιο αυτοκίνητο τον είχε πατήσει. Σκληρή πραγματικότητα, γεμάτη απώλειες και ήμουν πολύ μικρή για να το χωνέψω. Τότε ήταν ένα βροχερό μεσημέρι Σαββάτου. Η "Σοφία" η αδέσποτη γατούλα που είχα τότε "υιοθετήσει" είχε χτυπηθεί από αμάξι και κρύφτηκε σε μια τρύπα. Έβλεπα τους μεγάλους να κοιτάζουν προς τα εκεί. Δε θυμάμαι να έκανε κανείς κάτι. Πήγα και κρύφτηκα και εγώ σε μια γωνιά και έλεγα στο Θεό να την προσέχει εκεί που θα πάει...


Λίγα χρόνια αργότερα και η σκύλα ενός φίλου του πατέρα μου είχε κάνει κουτάβια. Ήμουν εκστασιασμένη. Λίγο τα παρακάλια, λίγο το κλάμα και φέραμε το Ρόκυ στο σπίτι. Καθόμουν και τον χάζευα που κοιμόταν. Τον χάιδευα στα μάτια. Ήθελα να τον πάρω στο κρεβάτι μου να κοιμηθούμε παρέα. Δε με άφηναν. "Τα σκυλιά έχουν μικρόβια...", έλεγε η μάνα μου. Λίγους μήνες μετά ένα μέλος της οικογένειας έπεισε τη μάνα μου πως αν έχουμε σκυλί στο σπίτι θα αρρωστήσω και θα καταλήξω να είμαι στείρα. Έτσι, ο Ρόκυ έφυγε από το σπίτι με συνοπτικές διαδικασίες και πήγε σε άλλη οικογένεια. Ευτυχώς πήγε σε καλά χέρια και έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα στο νέο του σπίτι.


Πέρασαν και άλλα αρκετά χρόνια. Πέρασαν και άλλες αδέσποτες γάτες με όνομα από τη γειτονιά που τελικά κατέληξαν με τον ίδιο τρόπο. Πήγαινα γυμνάσιο τότε και δεν ξέρω πως κατάφερα και έπεισα την οικογένεια μου να έρθει στο σπίτι ένα άλλο σκυλί. Εκείνο ήταν και ας πούμε "ράτσα", ήταν ημίαιμο λάσα άπσο. Εμένα βέβαια οι ράτσες λίγο με νοιάζανε. Το μεγάλωσα και πάλι, το αγάπησα. Δεν ήξερα όμως πως να το φροντίσω σωστά, το παραδέχομαι. Κανείς άλλωστε δεν με είχε διδάξει πως να φροντίζεις ένα σκύλο. Άλλωστε ούτε οι ενήλικες της οικογένειας είχαν ιδέα πως να φερθούν σε ένα σκύλο... Και όταν κόντευε να γίνει περίπου 1,5 έτους αποφασίστηκε από το σπίτι πως έπρεπε να φύγει, γιατί "είχε πολύ τρίχα και επειδή έκανε τη σειρήνα κάθε φορά που περνούσε περιπολικό ή ασθενοφόρο". Ευτυχώς και πάλι βρέθηκε καλύτερη οικογένεια από τη δική μας και ίσως να του βγήκε σε καλό, μια και τουλάχιστον εκείνοι ήξεραν να του φέρονται.


Λίγα χρόνια μετά περπατώντας επάνω στη λεωφόρο με μια φίλη έπεσα επάνω σε ένα μικροσκοπικό γατάκι που παραλίγο να το πατούσε φορτηγό. Ήταν κατουρημένο και βρώμικο. Το πήρα σπίτι, το έπλυνα, το τάισα. Είχα αποφασίσει να μείνει εκεί. Και έμεινε για κάποιο καιρό, μέχρι που και πάλι οι δικοί μου είχαν τη γνώμη πως έπρεπε να μείνει στην αυλή. Η συνέχεια λίγο πολύ γνωστή... Ο Μπάμπης (έτσι τον έλεγα), ήταν ένα από τα επόμενα θύματα της Ρόδου-Λίνδου... Και εγώ έκλεινα τα μάτια και σκεφτόμουν πως ο Μπάμπης ήταν πια κοντά στο Θεό... Πέρασαν τα χρόνια και ενήλικας πια απέκτησα τα δικά μου ζώα, χωρίς να χρειάζεται να δώσω λογαριασμό σε κανένα πια. Χωρίς προηγούμενη γνώση υπήρξαν στιγμές που δεν ήμουν αρκετά καλή κηδεμόνας για το Φίντο και την Πούπου. Ευτυχώς όμως καταφέρνω να μάθω μέσα από τα λάθη μου και καμιά μέρα δεν είναι όπως η προηγούμενη, και κάθε καινούργια χρονιά που ζούμε μαζί είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Ζούμε μαζί εδώ και πέντε ολόκληρα χρόνια. Δυστυχώς όμως, ακόμη και αν εγώ έμαθα και άλλαξα, και ακόμη και αν παλεύω να αλλάζω κάθε μέρα, οι γύρω μου παρέμειναν όπως ήταν τότε. 8 ολόκληρα χρόνια έλειψα από αυτήν εδώ τη γειτονιά για να ανακαλύψω πως οι γάτες έχουν ακριβώς την ίδια κατάληξη με τότε. Αναπαράγονται χωρίς όριο, μια και "η στείρωση είναι ενάντια στη φύση τους", και όταν αυτές πεθαίνουν η γειτονιά αναφωνεί με ένα στόμα και μια φωνή: "κρίμα το καημένο το γατάκι"...


Διαβάστε ακόμη: Αφιερωμένο σε όλα τα ζώα που χάθηκαν άδικα τις τελευταίες μέρες