Το γράμμα ενός νεκρού ζώου προς το φονιά του!


(Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα)

Δεν πρόλαβα να έχω όνομα, όμως υπήρχα. Δεν λέω πως έφταιξε για το χαμό μου που ήμουνα τετράποδη ύπαρξη, γιατί ξέρω πόσο άγριος είναι ο κόσμος σας και απέναντι στις δίποδες υπάρξεις. Αν θέλεις όμως να μάθεις την ιστορία μου θα στην πω, και θα σου πω και μερικά πραγματάκια ακόμη...
Ξέρω πως νομίζεις πως δεν έχει μεγάλη σημασία που χάθηκα επειδή είχα τέσσερα πόδια, αλλά όπως ξέρεις και όπως σου είπα και παραπάνω, ούτε στα άτομα του είδους σου έμαθες να συμπεριφέρεσαι με περισσότερο σεβασμό. Χθες είχες πιει από νωρίς... Δεν είχε προλάβει να πάει έντεκα όταν με ανάγκασες με το αίμα μου να βάψω το δρόμο. Παρίστανες το νηφάλιο. Είχες και τη γκόμενα δίπλα... "Κοίτα πως το πατάνε το μαλακισμένο!", είπες όταν με είδες να προσπαθώ να διασχίσω το δρόμο. Νόμιζες πως έτσι θα εντυπωσιαζόταν η ξανθιά που είχες δίπλα... Ήσουν τύφλα όμως και δεν καταλάβαινες πως έτσι μονάχα αηδία της προκαλούσες. Και ξαφνικά βρέθηκα κάτω από τις ρόδες σου. Ξεψύχησα σχεδόν ακαριαία. Τώρα τι; Αναρωτιέσαι πως μπορώ και σου μιλάω; Αναρωτιέσαι πως κατάφερα και μπήκα μέσα στη σκέψη σου; Είναι η ψυχή μου ανόητε! Ξέρω πως εσύ νομίζεις πως τα όντα μετά το θάνατο απλά μετατρέπονται σε σκόνη, αλλά δεν είναι έτσι.


Την ώρα που τύλιγες με τη βρωμερή από το ουίσκι ανάσα σου την ξανθιά αλλοδαπή σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου, εμένα με πολτοποιούσαν και όλοι οι υπόλοιποι που έτυχε να περνάνε από αυτό το δρόμο...
Τι; Και τι σε νοιάζει εσένα; Μα... Φυσικά και δε σε ενδιαφέρει. Δεν είπα το αντίθετο. Με τον ίδιο τρόπο που ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες για την οικογένεια σου, ή τους ανθρώπους που έτυχε να βρέθουν δίπλα σου, έτσι δεν νοιάστηκες και για μένα. Τα παιδιά σου τα ξυλοφόρτωνες, τη γυναίκα σου το ίδιο. Και τώρα περνάς την ώρα σου με την ξανθιά αλλοδαπή. Το ξέρω ποιος είσαι. Το ξέρω πως είσαι μαύρο και όχι λευκό. Το ξέρω πως όταν σου μιλάνε για Θεό εσύ βάζεις τα γέλια. Φυσικά και δεν περίμενα κάτι περισσότερο από εσένα.
Και κοίτα να δεις... Πάνω που νόμιζα πως θα έμεναν εκεί μονάχα μερικά απομεινάρια από τη γούνα μου, ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων με πλησίασε. Συμφώνησαν με δάκρυα να με βάλουν στην άκρη. Δικαιούμαι τουλάχιστον έναν αξιοπρεπή θάνατο, έτσι δεν είναι; Με κίνδυνο να έχουν και εκείνοι την ίδια τύχη με μένα και με βουρκωμένα πρόσωπα, μπήκαν στη μέση του αυτοκινητόδρομου και μετέφεραν στην άκρη το ματωμένο άψυχο σώμα μου. Το άλλο πρωί, πριν προλάβουν τα όρνεα να με κατασπαράξουν, δανείστηκαν ένα φτυάρι και με έθαψαν στην άκρη του δρόμου. Μου άφησαν επάνω στο φρέσκο χώμα ένα σημείωμα και ένα γαρύφαλλο. "Ένα συγγνώμη μόνο...", έγραφε το χαρτί, που έπειτα όταν γύρισαν την πλάτη και έφυγαν το πήρε ο άνεμος και ξεκίνησε και εκείνο ένα δικό του ταξίδι.
Όσο για σένα! Την ίδια στιγμή κοιμόσουν ημίγυμνος στην εξωτερική σκάλα του ξενοδοχείου. Η ξανθιά αλλοδαπή στα είχε πάρει όλα χθες τη νύχτα. Το ρολόι, το πουκάμισο, το παντελόνι και το πορτοφόλι. Όλα σου τα πήρε και εσύ ακόμη δεν είχες ιδέα... Και το χειρότερο από όλα είναι πως δεν ξέρεις πως στο εξής θα στοιχειώσω τη σκέψη σου!