Ο "ηλίθιος" ανάπηρος και τα γατάκια.


Η θείτσα δεν ντράπηκε, ούτε και φοβήθηκε να το κάνει αυτό μέρα μεσημέρι. Είχε σύμμαχο τις υπόλοιπες θείτσες στη γειτονιά που είχανε “κουραστεί” από την ύπαρξη αυτών των “βρωμερών” πλασμάτων στη γειτονιά τους. Άλλωστε η τουριστική σεζόν δεν είχε ξεκινήσει στο κοσμοπολίτικο νησί και έτσι δεν υπήρχε φόβος να ενοχληθούν οι πελάτες της...
Κυκλοφορούσε ανενόχλητη με τα γατάκια μες τη σακούλα. Κανείς δεν τη σταμάτησε, κανείς δεν αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό το τριχωτό που κουνιότανε μέσα στη διάφανη σακούλα. Τόσο προκλητική ήταν η θείτσα, έβαλε τέσσερις ζωές μέσα σε διάφανη σακούλα! Αλλά είπαμε... Δεν θα την ενοχλούσε κανείς! Μέχρι και ο παππάς του χωριού την είδε, μα δεν τη σταμάτησε!
Και ξάφνου, λίγο αργότερα ακούστηκε. Πλατς!... Η διάφανη σακούλα είχε πέσει στη θάλασσα από τα χέρια της και ξεκινούσε το δικό της ταξίδι. Η θείτσα ανακουφισμένη από το άκουσμα αυτού του ήχου προχώρησε σέρνοντας τα παχιά της πόδια μέσα από τις παντόφλες της. Η αποστολή της είχε μόλις τελειώσει.
Κάτι όμως δεν είχε υπολογίσει η θείτσα... Κάποιος θα της χάλαγε τα σχέδια. Ο Αντώνης έμενε λίγα μέτρα πιο κάτω. Το είχε ξαναδεί αυτό το θέαμα, όμως μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε αντιδράσει άλλη φορά! Οι τύψεις τον έτρωγαν τις νύχτες... Είχε ορκιστεί στον εαυτό του να βρει το κουράγιο. Ο Αντώνης ήταν ένα 15χρόνο παιδί που τραύλιζε, που τον ξυλοφόρτωναν παντού και που ήταν ο περίγελος της γειτονιάς του. Ο Αντώνης είχε και ένα πόδι ατροφικό που έμοιαζε κοντύτερο από το άλλο, και για αυτό κούτσαινε και φαινότανε διαφορετικός. Δεν ήταν ανόητος, όπως όλοι νόμιζαν για εκείνον. Δεν του είχαν δώσει ποτέ μια ευκαιρία... Ήρθε η ώρα όμως να κάνει, έστω και στα κρυφά, κάτι για το οποίο θα ήταν περήφανος!
Για αυτό και όρμηξε με τα ρούχα μέσα στα νερά που ήταν ακόμη παγωμένα και άρπαξε τη σακούλα!
Προσπάθησε να κάνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε εκεί μέσα στα νερά, προσέχοντας ταυτόχρονα να μην πιέσει το χνουδωτό περιεχόμενο της σακούλας. Και η παραμικρή πίεση θα μπορούσε να αποβεί μοιραία και αυτό το ήξερε ο Αντώνης, ο “χαζός” του χωριού.
Και βγήκαν στην ακτή. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Αν δεν ζούσαν θα κατηγορούσε και πάλι τον εαυτό του, όπως και όλες εκείνες τις φορές που δε μίλησε. Άνοιξε τη σακούλα με βιασύνη, τα πήρε αγκαλιά χωρίς να δώσει σημασία εάν ήταν ζωντανά ή όχι. Έτρεξε σπίτι. Δεν καταλάβαινε, τι γινόταν. Φοβήθηκε! Τα βάλε σε μια κούτα μικρή, έβαλε και μια πετσέτα μέσα με την ελπίδα να τα ζεστάνει και πήρε μαζί και όλες τις οικονομίες που είχε. Έπρεπε να πληρώσει το ταξί που θα τον πήγαινε στην πόλη και τη κτηνίατρο. Οι γονείς του έλειπαν και αυτό ήταν μια ανακούφιση, αφού ήξερε πως και αυτοί θα τον περνούσανε για τρελό. Έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στον ταξιτζή δεν είπε τι μετέφερε στο κουτί, αλλά και εκείνος δεν ρώτησε μια και τα 30 ευρώ που θα έπαιρνε από τον Αντώνη ήταν γερό κίνητρο. 35 ευρώ είχε όλα κι όλα επάνω του. Όταν έφτασαν και ο ταξιτζής του πήρε τα 30, τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Παρόλα αυτά δε δίστασε. Έτρεξε κουτσαίνοντας μες το κτηνιατρείο!
Λαχανιάζοντας και με τη καρδιά του έτοιμη να σπάσει τα διηγήθηκε όλα στη κτηνίατρο, αφού μπήκε μέσα με φόρα φωνάζοντας: “Α-ααακούστεε μεεε εί-ει είναι επεί-πει-πειγον!” .
Λίγη ώρα αργότερα η κτηνίατρος τον ευχαρίστησε, και τον επιβράβευσε λέγοντας του πως χάρη σε αυτόν σώθηκαν 4 ζωές.
Ο Αντώνης τότε της έβαλε πέντε ευρώ σε κέρματα επάνω στο γραφείο, και της είπε ευχαριστώ με τη σειρά του τραυλίζοντας. Εκείνη, άλλαξε τα κέρματα με ένα χαρτονόμισμα, τον πλησίασε και του το έβαλε στη τσέπη.
“Μικρέ, άστα αυτά και έλα να σου γράψω αναλυτικά πως θα τα φροντίσεις μέχρι να μεγαλώσουν και να τους βρούμε ένα καλό σπίτι. Εντάξει;”
Αφού, τελείωσε με τις οδηγίες και τις συμβουλές, τον έβαλε σε ένα ταξί μαζί με τα γατάκια. Επειδή εκείνος δεν μπορούσε να κουβαλήσει όσα εκείνη τον “φίλεψε” για τα μικρά, τα κουβάλησε εκείνη μέχρι εκεί. Ρώτησε και τον ταξιτζή πόσο κόστιζε η κούρσα μέχρι το χωριό και την πλήρωσε.
Δεκαπέντε ευρώ έκανε για εκείνη, εκείνη βλέπετε δεν ήταν ούτε “χαζή”, ούτε ανάπηρη...
Αφού, τον έβαλε στο ταξί πήρε τηλέφωνο τους γονείς του. Έπρεπε να τους εξηγήσει πως ο γιος τους δεν ήτανε ηλίθιος! Την άλλη μέρα θα πήγαινε και από το σχολείο του. Θα μιλούσε με τους καθηγητές, ίσως και με μερικούς γονείς. Είχε και εκείνη γιο στην ηλικία του. Ο δικός της ο γιος ήτανε σε αναπηρικό καροτσάκι. Φυσικά, ούτε εκείνος ήταν ηλίθιος...