Ο Ρούντι η Κατερίνα και τα αυτοκίνητα.


Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα.


Η Κατερίνα για ακόμη ένα μεσημέρι έσυρε τις ρόδες από το αναπηρικό καροτσάκι έξω από το σχολείο με όλη τη δύναμη των χεριών της! Έπρεπε να φτάσει γρήγορα έξω. Η μέρα ήταν κουραστική. Ήθελε απλώς να πάει σπίτι. Οποιοσδήποτε άλλος θα έτρεχε απλά, εκείνη έβαζε τη δύναμη της στα χέρια. Και ξαφνικά η θέληση της για επιστροφή στο σπίτι μετατράπηκε σε κάτι άλλο.
Ο Ρούντυ, ο αδέσποτος ημίαιμος κανισάκος που ζούσε γύρω από το σχολείο και κάποιες φορές έμπαινε μέσα στην αυλή, πήγε να διασχίσει το δρόμο.
“Ρούντυυυυυυ!” , φώναξε με όλη τη δύναμη της! Ο Ρούντυ δεν την άκουγε...
“Ρούντυ! Γύρνα πίσω!”, σχεδόν ούρλιαξε η Κατερίνα. Ο Ρούντυ δεν την κοίταξε καν. Έκανε τα πρώτα του βήματα στην άσφαλτο και έτσι απλά βρέθηκε κάτω από της ρόδες ενός διερχόμενου αυτοκινήτου. Ο οδηγός έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και δεν επιχείρησε να φρενάρει στη θέα του Ρούντυ. Λίγα μέτρα πιο κάτω το λευκό αυτοκίνητο βγάζει αλάρμ και ένας μεσήλικας με γκρίζα μαλλιά βγαίνει έξω. Ο κυριούλης βγήκε να κοιτάξει το μπροστινό μέρος από το σαραβαλάκι του, μήπως και “έπαθε καμιά ζημιά”. Έπειτα, αφού διαπίστωσε πως όλα ήταν εντάξει, απλά έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και έφυγε. Ο αιμόφυρτος Ρούντυ δεν ήταν εκεί για αυτόν! Ο Ρούντυ δεν ήταν εκεί για κανέναν από τους ανθρώπους που βρισκόντουσαν εκεί. Ο Ρούντι ήταν εκεί μονάχα για την Κατερίνα. Οι υπόλοιποι απλά στάθηκαν και κοίταξαν για λίγο από περιέργεια τι συνέβη, και αφού είδαν πως ήταν απλώς ένα ζώο που χτυπήθηκε συνέχισαν το δρόμο τους.
Η Κατερίνα έβαλε και άλλη δύναμη στα χέρια. Έπρεπε να κατέβει από το ψηλό πεζοδρόμιο. Στη ράμπα υπήρχε ένα παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Έπρεπε να βρει άλλο τρόπο. Η Κατερίνα πήγαινε πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο αναζητώντας ένα τρόπο να κατέβει. Στο μεταξύ ο Ρούντυ ήταν αιμόφυρτος στο δρόμο. Δεν τον κοίταζε, δεν ήθελε να ξέρει αν τα υπόλοιπα οχήματα περνούσαν επάνω από το ζώο που ήτανε ακόμη ζωντανό... Απλά έπρεπε να κατέβει. Έπρεπε να φωνάξει ξανά.
Μια λέξη μόνο έβγαινε από το στόμα της: “Βοήθεια!”.
Μια γυναίκα που μόλις βγήκε από το σχολείο σταμάτησε και τη ρώτησε τι συμβαίνει.
“Παρακαλώ βοηθήστε με να κατέβω από εδώ. Ο Ρούντυ ο φίλος μας... Το Ρούντυ τον χτύπησε αυτοκίνητο... Εκεί είναι!”, είπε και έδειξε με το αριστερό της χέρι χωρίς να κοιτάζει προς τα εκεί.
“Σας παρακαλώ! Βοηθήστε με να τον σώσω!”, είπε ξανά κοιτάζοντας μέσα στα μάτια τη γυναίκα.
Αυτή ήταν μια αμήχανη στιγμή για τη Σοφία. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν το είχε ξανακάνει, αλλά απλά άκουσε το κορίτσι σχεδόν από ένστικτό.
“Θα τον πάω εγώ!” είπε η μεσόκοπη γυναίκα, που μόλις πριν λίγο είχε αφήσει την τάξη της και νόμιζε πως θα πήγαινε σπίτι της. Η Σοφία μπήκε στη μέση του δρόμου. Τρόμαξε όταν είδε πως αυτοκίνητα ερχόντουσαν προς το μέρος της. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν, έπρεπε όμως να δράσει.
Σταμάτησε την κυκλοφορία. Άκουγε τους οργισμένους οδηγούς που καθυστερούσε από την πορεία τους να κορνάρουν σαν τρελοί! Φοβήθηκε! Σήκωσε με τα χέρια της το ματωμένο ζώο και το ακούμπησε στο στήθος της. Δεν ήξερε καν αν ήταν ζωντανό! Τα κορναρίσματα επέμεναν... Και όταν έκανε πίσω με αργά βήματα και άρχισε να κατευθύνεται προς το πεζοδρόμιο ακούστηκε μια δυνατή φωνή: “Κάνε στην άκρη μαλακισμένη!”, της φώναξε ένας από τους οδηγούς περνώντας σε απόσταση αναπνοής από δίπλα της.
“Κοριτσάκι έλα κοντά!”, φώναξε στην Κατερίνα. Εκείνη και πάλι έβαλε δύναμη στα χέρια της και πλησίασε κοντά στη Σοφία που στεκόταν δίπλα σε ένα γαλάζιο αυτοκίνητο.
“Βάλε το χέρι σου στη δεξιά τσέπη μου, βγάλε το κλειδί και ξεκλείδωσε τη πόρτα!”. Η Κατερίνα έκανε όπως της είπε και η Σοφία έβαλε το Ρούντυ στη θέση του συνοδηγού.
“Θα με περιμένεις εδώ;”, ρώτησε η Σοφία. Η Κατερίνα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
Την περίμενε εκεί, ώσπου να γυρίσει... Το μόνο που έκανε ήτανε βόλτες στο πεζοδρόμιο. Η ράμπα είχε απελευθερωθεί και θα μπορούσε να κατέβει να φύγει, όμως δεν το έκανε. Περίμενε καρτερικά τη Σοφία να της φέρει νέα για το φίλο της.
Μιάμιση ώρα πέρασε. Η Σοφία φάνηκε από μακριά. Τα μάτια της φαινόντουσαν από μακριά κατακόκκινα από τα δάκρυα.
“Κοριτσάκι! Ο φίλος σου δεν τα κατάφερε.”, της είπε. Έπειτα την αγκάλιασε και δάκρυα έπεφταν στο πεζοδρόμιο από τα μάτια και των δυο τους...