Η Κυριακή, ο Πεπέ και η μάσκα...

Μια τυπική μέρα πλοήγησης στο διαδίκτυο έφερε την Κυριακή αντιμέτωπη με τη μάσκα της. Είχε μερικές χιλιάδες φίλους στο facebook, από αυτές τις χιλιάδες ήξερε μόλις 16 άτομα και δεν έκανε παρέα με κανέναν από αυτούς! Ωστόσο, γυάλιζε το χαμόγελο της, ώστε να δείχνει αρκετά λαμπερό σε κάθε φωτογραφία που ανέβαζε και φρόντιζε να δείχνει όσο το δυνατόν καλύτερα και ας μην ήταν αλήθεια! Μα όταν έσβηναν τα φώτα η Κυριακή έπαιρνε αγκαλιά το σκυλάκι της  και εκείνο τη ζέσταινε για να μη φοβάται και να κάνει όμορφα όνειρα. Ο ημίτυφλος Πεπέ είχε χτυπηθεί στο κεφάλι από κάποιον ανεγκέφαλο, όταν ήταν κουτάβι. Για την ακρίβεια ο ιδιοκτήτης της μητέρας του προσπάθησε να σκοτώσει όλα τα μωρά της σκύλας  που “πάλι γκαστρώθηκε”. Τα νεκρά κουτάβια πετάχτηκαν στα σκουπίδια, ο Πεπέ όμως, αν και καταδικάστηκε να βλέπει μονάχα σκιές, ζούσε ακόμη. Η Κυριακή τον βρήκε ζωντανό στον κάδο όταν πήγε να πετάξει τα σκουπίδια της. Έγινε ο σωτήρας του, και εκείνος έγινε ο δικός της. Σε κανέναν όμως δε μίλησε για αυτήν την ιστορία. Είναι το μυστικό το δικό της και του Πεπέ. Τον Πεπέ τον ένιωθε. Ήταν και εκείνη κάποτε ένα κακοποιημένο ανήμπορο πλάσμα...
Και τη δική της την ιστορία κανείς δεν την ξέρει. Είναι και αυτή κρυμμένη κάτω από το λαμπερό χαμόγελο της φωτογραφίας. Είναι κρυμμένη πίσω από το υποχρεωτικό χαμόγελο που είναι ζωγραφισμένο στην καθημερινή της μάσκα. Στο γραφείο είναι ευχάριστη, ομιλητική, προσπαθεί να είναι καλή με όλους και να προσφέρει ό,τι μπορεί. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί! Κανένας δεν ξέρει. Δεν της επιτρέπεται να λυγίσει... Η μάσκα έχει γίνει ένα με το δέρμα της, ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Έπειτα η μέρα φεύγει. Γυρνάει στο σπίτι, στη μοναξιά της. Κανείς δεν είναι εκεί. Το τηλέφωνο ποτέ δεν χτυπάει. Δε θα της τηλεφωνήσει κανείς για καλό... Και εκεί η μάσκα βγαίνει. Το χαμόγελο δεν αστράφτει πια, τα μάτια της λάμπουνε μόνο από τα δάκρυα... Ο Πεπέ είναι όμως εκεί. Εκείνος ξέρει. Εκείνος τα ξέρει όλα! Τη νιώθει στους εφιάλτες της, όταν ταράζεται μέσα στη νύχτα. Για αυτό και προσπαθεί να τη ζεστάνει, για να πάψουν οι εφιάλτες και να αρχίσει να βλέπει όμορφα όνειρα. Καμιά φορά όμως η ζεστασιά του δε φτάνει και εκείνη παγώνει και αισθάνεται πως την ξυλοκοπούν ξανά. Είναι και εκείνα τα δάκρυα που της κρυώνουν το μάγουλο πάνω στο μαξιλάρι... Και την άλλη μέρα στεγνώνουν! Σφίγγει τα δόντια, βάζει τη μάσκα και κανείς και πάλι δεν ξέρει τίποτα.
Εκείνο το βράδυ τα κατάλαβε όλα. Μάσκα δε φορούσε μόνο εκείνη, αλλά και οι άλλοι. Χάζευε τις φωτογραφίες των ανθρώπων στο facebook. Πόσο λαμπερό χαμόγελο! Σχεδόν σαν το δικό της... Όμορφες εικόνες... Καλοντυμένοι άνθρωποι. Προσεγμένο το μακιγιάζ... Καθόταν και χάζευε και έπειτα αναρωτιόταν τι υπάρχει κάτω από τη μπογιά. Δε μπορούσε να καταλάβει!
Έπειτα πήγε στο συρτάρι της, μέτρησε μερικές οικονομίες που είχε και αφού διαπίστωσε πως ήταν αρκετές, ξεκίνησε να φτιάχνει μια βαλίτσα. Τελειώνοντας, πήρε τον Πεπέ αγκαλιά, σήκωσε τη βαλίτσα και η πόρτα ακούστηκε να κλείνει πίσω της... Λίγο αργότερα ανέβαινε στο τρένο. Είχε βγάλει εισιτήριο χωρίς επιστροφή.