«Τον έλεγαν Λίο, ήταν μόλις μερικών μηνών και δεν ήταν αδέσποτος. Ήταν όμως ένα από τα σκυλιά που ο ψυχοπαθής Κ. Σ είχε βάλει στο στόχαστρο. Η ιδιοκτήτρια του δεν κατάλαβε πότε και πως ο Λίο εξαφανίστηκε από την αυλή. Την τραγική αλήθεια την έμαθε όταν είδε το Λίο κρεμασμένο από ένα συρματόσχοινο στο απέναντι δέντρο. Τότε ήτανε πλέον αργά...», διάβασε η Ανδρονίκη σε μια ιστοσελίδα που πέτυχε τυχαία και αναστέναξε. Το κείμενο του αγνώστου συντάκτη συνέχιζε με ενοχλητικές λεπτομέρειες για την κατάσταση που βρέθηκε το ζώο από τη νεαρή ιδιοκτήτρια του.  Ήταν γραμμένο με τρόπο που θα σε έκανε να νομίζεις πως αυτός ο άγνωστος το ευχαριστιόταν που το έγραφε και οι περιγραφές ήταν τόσο παραστατικές σε σημείο που θα νόμιζες πως ο Λίο δεν κρεμάστηκε από τον διαταραγμένο Κ.Σ, αλλά από το  συντάκτη της ηλεκτρονικής αυτής έκδοσης. Και όμως ο συντάκτης αυτός που στην Ανδρονίκη ήταν άγνωστος, είχε μείνει στο νου των περισσοτέρων σαν ένας από τους πιο φιλόζωους κατοίκους της χώρας και σαν παράδειγμα προς μίμηση!
Ο Ερρίκος Κάππας αυτό έκανε για να ζήσει. Έψαχνε να βρει τα πιο άγρια περιστατικά κακοποίησης ζώων και τα πουλούσε! Ο Ερρίκος περιέγραφε με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες το κάθε συμβάν που έπεφτε στην αντίληψη του. Θα μπορούσες να διαβάζεις για ατελείωτες ώρες τις εκατοντάδες των κειμένων του και να μην βρίσκεις μεταξύ τους διαφορές. Τα έκανε να μοιάζουν άλλοτε με αστυνομικές ιστορίες και άλλοτε με ιστορίες τρόμου. Περιέγραφε με κάθε πιθανή λεπτομέρεια ακόμα και το πως το μαχαίρι ενός ψυχικά διαταραγμένου δράστη έμπαινε στο σώμα κάποιου αδύναμου ζώου και η ιστορία κορυφωνόταν με την περιγραφή της στιγμής που αυτό πια ξεψυχούσε! Και το αδηφάγο κοινό του τα διάβαζε με μανία. Ήταν σαν να ευχαριστιόντουσαν και οι αναγνώστες του με τα βάσανα που περνούσε κάθε ένα ζώο. «Είναι αισχρός!», μουρμούριζε ξανά και ξανά η Ανδρονίκη όσο της ερχόντουσαν στο νου οι περιγραφές του. «Είναι απαίσιος!», ακούστηκε σα κραυγή αγανάκτησης από το στόμα της όταν της ήρθαν στο μυαλό οι φωτογραφίες του νεκρού, ματωμένου Λίο να κρέμεται από το δέντρο... Εκείνη δεν καταλάβαινε. Της φαινόταν αδιανόητο ο Ερρίκος Κάππας να έχει αποκτήσει τόση μεγάλη φήμη από αυτές εδώ τις περιγραφές. Ήταν η πρώτη φορά που διάβαζε κάτι δικό του. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο, η Ανδρονίκη έμεινε έκπληκτη όταν είδε πως ο συγγραφέας αυτών των κειμένων είχε μάλιστα βραβευθεί από πολλές φιλοζωικές οργανώσεις. Εκείνη είδε κάτι που οι υπόλοιποι αδυνατούσαν να αντιληφθούν. Ο Ερρίκος είχε πατήσει επάνω σε πτώματα για να καταφέρει να αναδειχθεί και μάλιστα να κατάφερει και να πλουτίσει! Και όμως αυτό που η Ανδρονίκη κατάλαβε διαβάζοντας μερικές μόλις αράδες γραμμένες από τον κύριο Κάππα  δεν ήταν κάτι που θα το πρόσεχαν οι περισσόεροι άνθρωποι. Ο Ερρίκος Κάππας ήταν ένας αναίσχυντος απατεώνας.
Τα άφησε αυτά πίσω η Ανδρονίκη και πήγε να κάνει το χρέος της. Ξυπνούσε νωρίς το πρωί και πάντοτε έκανε αυτό πριν κάνει οτιδήποτε άλλο. Άρπαζε ένα σακουλάκι τροφή, πήγαινε και καθάριζε το μνήμα του πατέρα της που «έφυγε άδικα», όπως έλεγε συχνά και έπειτα τάιζε τις αδέσποτες γατούλες που είχαν βρει καταφύγιο στο νεκροταφείο. Για αυτές η ζωή ανάμεσα στους νεκρούς ανθρώπους ήταν ίσως λίγο καλύτερη από τη ζωή ανάμεσα στους ζωντανούς που τους ενοχλούσε η ύπαρξη τους. Η ζωή τους ήταν μια ευχάριστη πινελιά φωτός μέσα στο απέραντο σκοτάδι του νεκροταφείου.
Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Σε λίγες μέρες θα συμπληρωνόντουσαν 5 χρόνια από τη νύχτα που η Ανδρονίκη έχασε τον πατέρα της. Εκείνη η μοιραία νύχτα με εξαίρεση πως ήταν Παραμονή Χριστουγέννων, ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες. Εκείνη τη μέρα θα έπρεπε απλώς να σερβίρει περισσότερους. Είχε φτάσει 53 ετών, μα ήταν ο καλύτερος σερβιτόρος του "Le Palais". O καλύτερος και ο πιο αγαπητός από όλους. Ήθελε να δουλέψει άλλα δυο χρόνια για να πάρει τη σύνταξη. Ήθελε να αφήσει το δίσκο, να ασχοληθεί με τον κήπο του και να περνά παραπάνω χρόνο με την οικογένεια του. Δε πρόλαβε. Μια τεράστια έκρηξη έγινε στη κουζίνα του εστιατορίου εκείνη τη μοιραία νύχτα. 20 άτομα από τους θαμώνες και όλο το προσωπικό του Le Palais κάηκαν ζωντανοί!
18 χρονών ήταν τότε η Ανδρονίκη. Ήταν η χρονιά που είχε ξεκινήσει να προετοιμάζεται για τις Πανελλήνιες. Ήθελε να μπει στην κτηνιατρική για να έχει εκείνη την απόλυτη φροντίδα των γάτων που φρόντιζε ο πατέρας της. Εκείνος της είχε διδάξει από όταν ήταν πολύ μικρή να σέβεται και να αγαπά όλα τα πλάσματα του κόσμου και αυτό την έκανε έναν άνθρωπο πραγματικά πλήρη συναισθηματικά και ευτυχισμένο. Αυτή την ευτυχία που της χάρισε με τα διδάγματα του ήθελε να του την ανταποδώσει φροντίζοντας και εκείνη με τη σειρά της τα πλάσματα που ο πατέρας της αγαπούσε. Δε τα κατάφερε όμως. Ο θάνατος του πατέρα της την κλόνισε. Τότε ήταν που άφησε και το σχολείο. Δεν ήθελε να προσπαθεί άλλο πια, πλέον δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να προσπαθεί. Τα άφησε όλα πίσω και περνούσε τις ώρες της απομονωμένη, ολομόναχη πίνοντας και καπνίζοντας ασταμάτητα. Έκλαιγε διαρκώς, έπινε άφθονο αλκοόλ, έτρωγε σπανίως, κάπνιζε μανιωδώς και έπειτα κοιμόταν επάνω στο βρεγμένο από τα δάκρυα μαξιλάρι της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη χτυπούσε η μοίρα. Από τα πρώτα λεπτά της ζωής της η Ανδρονίκη δεν ήταν παιδί τυχερό. Η μητέρα της πέθανε μόλις την έφερε στον κόσμο. Τώρα το θάνατο του πατέρα της δεν ήθελε να τον δεχθεί. Δεν το πίστευε, για εκείνη δεν ήταν νεκρός, για αυτό και για ένα ολόκληρο χρόνο δεν είχε πάει ξανά στο νεκροταφείο μετά την κηδεία.
Και μια μέρα έγινε το «θαύμα». Δεν ήξερε το λόγο, αλλά η Ανδρονίκη αισθάνθηκε πως έπρεπε να πάει μέχρι το νεκροταφείο. Έπρεπε και μάλιστα έπρεπε να φύγει και να βρεθεί εκεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή που την έλουσε εκείνο το τόσο έντονο συναίσθημα. Για κάποιο λόγο ήταν πεπεισμένη πως δεν θα αντίκριζε μπροστά της θάνατο, αλλά ζωή. Το ένστικτο της δεν την πρόδωσε! Εκείνη την παγωμένη Παραμονή Χριστουγέννων, λίγο πιο πέρα από τον τάφο του πατέρα της είδε τη ζωή, ή μάλλον την άκουσε. Τρία γατάκια δεμένα μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών τη φώναζαν για να τα οδηγήσει από το βέβαιο θάνατο στη ζωή! Και εκείνη χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς κανέναν ενδοιασμό τα απελευθέρωσε. Η φροντίδα τους μετατράπηκε μέσα σε μερικά μόλις λεπτά ο σκοπός της και το χρέος της. Από εκείνη την ημέρα μέχρι και σήμερα, δεν πέρασε ούτε μέρα που να μην αφιερώσει χρόνο στις ζωές που εκείνη απελευθέρωσε.
Η ιστορία αυτή στριφογύριζε μέσα στο μυαλό της όσο στεκόταν μπροστά στο μνήμα. Χαμογελούσε! Έβλεπε αυτά τα πλάσματα δίπλα της και χαμογελούσε, μια και ήξερε πως και ο πατέρας της θα έκανε το ίδιο. Ήξερε πως τον έκανε περήφανο, ακόμη και αν αυτός ήταν πια μακριά. Για μια στιγμή όμως το χαμόγελο πάγωσε. Το χέρι της κινήθηκε στη τσέπη της και έβγαλε από μέσα ένα κιτρινισμένο απόκομμα εφημερίδας. «Τραγωδία στο εστιατόριο Le Palais», έγραφε το κίτρινο πια χαρτί και κάτω από τον τίτλο ολόκληρη η σελίδα του χριστουγεννιάτικου πρωτοσέλιδου της εφημερίδας γέμιζε με τη φωτογραφία του απανθρακωμένου πτώματος του πατέρα της. Φωτογραφία Ε.Κ, ήταν γραμμένο στο κάτω μέρος της σελίδας. Σήμερα, πέντε χρόνια μετά ανακάλυψε ποιος ευθυνόταν για αυτή τη φωτογραφία.
Η Ανδρονίκη έβαλε το χέρι στην αριστερή τσέπη, έβγαλε έναν αναπτήρα και έκαψε το κιτρινισμένο χαρτί. Στο μυαλό της ο πατέρας της θα ζει πάντοτε χαμογελαστός και περήφανος!

Οι Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες του Τρυποκάρυδου
Ιστορία Νο 8
Ο Ερρίκος Κάππας


Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά ονόματα είναι απλώς συμπτωματική