Μεγάλη Τρίτη μεσημέρι στη λαϊκή αγορά. Ο ήλιος έκαιγε, μας τύφλωνε και μας έκανε να έχουμε τα μάτια μισόκλειστα. Ο ιδρώτας είχε αρχίσει να κυλά στο μέτωπό μου. Τελικά ίσως δεν ήταν τόσο καλή ιδέα να με ντύσει η μάνα μου με τόσο βαριά ρούχα. Το γκρι πουλόβερ με είχε κάνει να ασφυκτιώ, ήμουν όμως πολύ μικρός για να είμαι σε θέση να αποφασίζω για το τι θα φορώ και τι όχι.
Τα μάτια μου είχαν αρχίσει να λαμπυρίζουν όταν με τον πατέρα μου σταθήκαμε μπροστά στον πάγκο με τα κοτοπουλάκια. Ο μεσόκοπος κύριος που τα πουλούσε τα είχε σε μια κούτα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο. Ο πατέρας μου με άρπαξε από τους ώμους και με σήκωσε ψηλά για να δω. Το μόνο που κατάφερα να δω ήταν ένα κιτρινωπό χνουδωτό στρώμα να απλώνεται μέσα στην κούτα. Δε μπορούσα να τα ξεχωρίσω και από το τιτίβισμα τους μόνο καταλάβαινα πως ήταν πολλά.
«Ποιο θέλεις;», με ρώτησε ο πατέρας μου. Εγώ γούρλωσα τα μάτια και δεν του έδωσα καμιά απάντηση, αφού πραγματικά ήταν τόσα πολλά μέσα σε εκείνη τη μικρή κούτα που δεν μπορούσα να πω πως κάποιο συγκεκριμένο μου άρεσε.
Ο πατέρας μου με άφησε κάτω και με ρώτησε και πάλι αν ήθελα κάποιο , αλλά εγώ ήμουν πολύ μπερδεμένος και για αυτό παρέμεινα σιωπηλός. Εκείνος αφού αναστέναξε είπε στον κύριο με το μεγάλο γκρι μουστάκι να του δώσει ένα οποιοδήποτε, και εκείνος άρπαξε μια μικρή χνουδωτή μπαλίτσα με πόδια και την έβαλε μέσα σε ένα χάρτινο σακουλάκι.
«Να μην το πιέζει πολύ ο μικρός και να μην κλείσει το σακουλάκι», είπε και έστριψε την άκρη από δεξί του μουστάκι. Ο πατέρας μου κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι, μου έδωσε το σακουλάκι, με πήρε από το χέρι και ξεκινήσαμε να περπατάμε.
Εγώ κρατούσα προσεκτικά το μικρό πλάσμα, μου φαινόταν εύθραυστο και για αυτό ένιωθα έναν παράξενο κόμπο στο στομάχι μου που δεν τον είχα ξανανιώσει. Προχωρούσα σκυφτός με το βλέμμα καρφωμένο στο περιεχόμενο της σακούλας. Ήμουν φοβισμένος για αυτό και αποφάσισα να το κρατώ και με τα δυο μου χέρια. Ο πατέρας μου προσπάθησε να μου πιάσει ξανά το αριστερό χέρι για να με κρατήσει, αλλά εγώ τραβήχτηκα πιο πέρα. Έτσι ο πατέρας μου αναγκάστηκε να με ακουμπάει στον ώμο για να με καθοδηγεί. Το ενδιαφέρον μου αποσπάστηκε από το κοτοπουλάκι μόνο όταν ο μικρός Γιωργάκης πέρασε από μπροστά μου με το καινούργιο του ποδήλατο. Κάρφωσα τα μάτια μου στο γαλάζιο γυαλιστερό τιμόνι του. Ο Γιωργάκης έμοιαζε να το κρατά τόσο δυνατά όσο εγώ τη σακούλα. Για μια στιγμή τα χέρια μου χαλάρωσαν και έπαψα να κοιτώ το πουλί. O Γιωργάκης έκανε ορθοπεταλιές επιδεικνύοντας το καινούργιο του απόκτημα στην πλατεία. Ώστε, αυτό ήταν το πασχαλινό δώρο για το γιο του δημάρχου... Τη στιγμή που έκανα αυτή τη σκέψη τα χέρια μου χαλάρωσαν κι άλλο και χωρίς να το καταλάβω η σακούλα γλίστρησε αργά και έπεσε στο χώμα. Κατάλαβα πως δεν την είχα πια στα χέρια μου όταν αισθάνθηκα το πλάσμα κάτω από το δεξί μου πόδι να ξεψυχάει. Η γη τότε άνοιξε μονομιάς και με ρούφηξε ολόκληρο. Ένας κόμπος έσφιξε τη καρδιά μου και αισθανόμουν σαν κάποιο αόρατο όν να μου είχε δώσει μια πολύ γερή γροθιά στο στομάχι. Κοίταξα κάτω, δεν καταλάβαινα... Ο πατέρας μου μόλις αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί έσκυψε και πήρε στα χέρια του το νεκρό πλάσμα που βρισκόταν μπροστά στα πόδια μου. Λίγο αργότερα το θάψαμε, αφού δε στάθηκα ικανός να το προστατέψω.



Μέχρι και σήμερα, είκοσι χρόνια μετά δεν κατάφερα να ξεχάσω εκείνη τη Μεγάλη Τρίτη, την ημέρα που εξαιτίας της απληστίας μου σκότωσα. Ακόμη με πονάει πως αν δεν είχα λαχταρήσει εκείνο το ποδήλατο το κοτοπουλάκι ίσως και να ζούσε λίγο περισσότερο. Σαν σήμερα δυο δεκαετίες πριν ανακάλυψα με το πιο επώδυνο τρόπο πως τα ζώα δεν είναι παιχνίδια!