Εκείνη την Παρασκευή βράδυ είχα συνειδητοποιήσει πως ο εκνευρισμός των τελευταίων ημερών είχε να κάνει με εκείνες τις μέρες του μήνα... Δεν ήταν πως δεν το ήξερα πως θα συνέβαινε! Αλίμονο... Συνήθως όμως είμαι αρκετά αμελής σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου, οπότε είχε πάει 9.30, είχαν όλα τα μαγαζιά κλείσει και εγώ είχα ξεμείνει από σερβιέτες! Μόνη μου ελπίδα ήταν το μπακάλικο στη γωνία κοντά στο σπίτι μου, που έμενε ανοιχτό μέχρι τις δέκα. Λεφτά δεν είχα μαζί μου, αναμενόμενο και αυτό. Είχα ξεχάσει όμως στη τσέπη της τσάντας μου την πιστωτική μου, όπως αντιλήφθηκα αργότερα, και χωρίς να χάσω καθόλου χρόνο κατευθύνθηκα χαμογελαστή στο απέναντι ΑΤΜ που ήταν η μόνη μου ελπίδα, αφού ως γνωστόν το μπακάλη δεν τον πληρώνεις με visa, παρά μόνο με κέρματα. Έβαλα λοιπόν την κάρτα στο μηχάνημα, ακολούθησα τη γνωστή διαδικασία, πληκτρολόγησα το ποσό, και ήμουν σίγουρη πως θα πάρω στα χέρια μου το πολυπόθητο χαρτονόμισμα! Αμ δε... Δεν ήταν η μέρα μου! Το μηχάνημα έφτυσε την κάρτα, και εγώ είχα μόλις μερικά δευτερόλεπτα να την πάρω. Τα χέρια μου ξαφνικά ήταν ανίκανα να τραβήξουν το πλαστικό από το μηχάνημα. Δεν περίμενα ποτέ πως τα τεράστια τεχνητά νύχια που πήγα και έβαλα θα μου προκαλούσαν μερική αναπηρία... Η κάρτα γλιστρούσε στα χέρια μου και δεν μπορούσα να την τραβήξω, μέχρι που χάθηκε. Το ρομπότ μου έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία. Δεν τα κατάφερα ωστόσο. Το μήνυμα ήταν σαφές στην οθόνη, «η συναλλαγή σας ακυρώθηκε, η κάρτα κρατήθηκε». Και κάπου εκεί ξεκίνησε η περιπέτεια μου...

Την επόμενη εργάσιμη ημέρα βρέθηκα νωρίς νωρίς στην τράπεζα. Ήταν θυσία για μένα, ξύπνησα τριάντα λεπτά νωρίτερα από το φυσιολογικό και θεωρούσα δεδομένο πως με την ταυτότητα μου απλά θα παραλάβω την κάρτα μου. Μπαίνοντας εξηγώ σε έναν γκριζομάλλη κύριο τι μου συνέβη, παραλείποντας φυσικά την αιτία. Μερική αναπηρία στα χέρια λόγω μανικιούρ... Μόνο σε μια χαζή ξανθιά θα μπορούσε να συμβεί, και εγώ δεν είμαι ούτε χαζή ούτε ξανθή, ή τουλάχιστον έτσι θέλω να πιστεύω. Ο κυριούλης με το πουκαμισάκι μου είπε να ξαναπεράσω την επόμενη μέρα με τη ταυτότητα μου, γιατί τότε θα έχουν πάρει τη κάρτα μου από το μηχάνημα, και πως δεν υπάρχει πρόβλημα, θα την παραλάβω επί τόπου. Την επόμενη ξύπνησα πάλι μισή ώρα νωρίτερα, έκανα και πάλι την τεράστια θυσία. Όταν έφτασα ο κυριούλης δεν ήταν εκεί και έτσι κατευθύνθηκα στο πρώτο ελεύθερο γραφείο που εντόπισα. Με υπερηφάνεια έδειξα την ταυτότητα μου περιμένοντας σε αντάλλαγμα την κάρτα μου, όπως κάποιος που μόλις έδωσε μετρητά και περιμένει τα ρέστα του. Αλλά και πάλι τζίφος! Η μεσόκοπη κυρία με τον κότσο και το ταγιεράκι, μου ζήτησε ένα κατεβατό χαρτιά για να σιγουρευτούν πως εγώ είμαι εγώ... Δεσμεύτηκε όμως πως δεν θα επιστραφεί η κάρτα στα κεντρικά της τράπεζας, ώστε να προλάβω να μαζέψω τη χαρτούρα. Την επόμενη μέρα τα είχα όλα έτοιμα, ξύπνησα και πάλι νωρίς και όλα έδειχναν πως «τέλος καλό, όλα καλά». Νωρίς το πρωί και πάλι, με τη τσίμπλα ακόμη στο μάτι και με σχετική ηρεμία ακόμη μέσα μου ήμουν και πάλι εκεί. Εκείνη την ημέρα θα με αναλάμβανε μια νεαρή που καθόταν στο γραφείο ακριβώς δίπλα στην κυριούλα με τον κότσο. Πήρε τα χαρτιά που μάζεψα και άρχισε να καταχωρεί κάτι στον υπολογιστή. Αφού τελείωσε άρχισε να ψάχνει για την κάρτα μου σε κάτι μεταλλικά κουτιά πίσω της, και έπειτα από αρκετό ψάξιμο απλά μου ανακοίνωσε πως παρά τη δέσμευση της κυρίας με τον κότσο, έστειλαν την κάρτα μου πίσω στην Αθήνα! Μετά από λίγο απλά μου είπαν κοφτά πως ήταν διαδικαστικό το ζήτημα και πως έπρεπε να σταλεί πίσω η κάρτα, αφού μπορεί η τράπεζα μου και η τράπεζα τους να έχουν συγχωνευτεί, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν συγχωνευτεί όλα τους τα συστήματα και μπλα μπλα μπλα. Ένα θόρυβο άκουγα μόνο μες το μυαλό μου όσο εκείνες μιλούσαν! Σε εκείνο το σημείο άρχισα να ξύνω το κεφάλι μου με απορία... Μα καλά; Αυτό δε θα μπορούσαν να μου το πουν από την αρχή; Απογοητευμένη και χωρίς να ξέρω εάν μου έλεγαν αλήθεια ή απλά προσπαθούσαν να καλύψουν την πατάτα που έκαναν, άρπαξα το τηλέφωνο μου και βρήκα το νούμερο της «άλλης τράπεζας», για να καταλάβω τι συμβαίνει. Η «άλλη τράπεζα» διέψευσε πως ήταν αναγκαίο να κάνουν κάτι τέτοιο και μου είπαν πως θα μου τη στείλουν πίσω τη κάρτα εφόσον αυτό επιθυμώ.
Άρχισα να αισθάνομαι ανήμπορη. Ευχόμουν να μπορούσα να λύσω εγώ το πρόβλημα για τον εαυτό μου και δεν μπορούσα... Κρεμόμουν από εκείνους, από τις δικές τους πράξεις, από τις δικές τους αποφάσεις... Με έλουσε κρύος ιδρώτας όταν σκέφτηκα πως αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί λίγους μήνες πριν, όταν θα έφευγα στο εξωτερικό και την κάρτα την είχα απόλυτη ανάγκη. Σε πόσους άλλους θα έχει συμβεί; Πόσοι άλλοι αισθάνονται ανήμποροι μέσα σε καταστάσεις που δεν μπορούν να έχουν κανέναν απολύτως έλεγχο; Πόσο απελπισμένος νιώθεις όταν πρέπει άλλοι να σου λύσουν το πρόβλημα και αντί για αυτό σου το κάνουν χειρότερο;
Άρχισα να σκέφτομαι τις περιπτώσεις που έχω αισθανθεί ανήμπορη μία μία, τις πιο πρόσφατες, εκείνες που ακόμη θυμόμουν. Στο περίπτερο όταν ζητούσα εισιτήρια για το λεωφορείο και το «καλημέρα» και το «καλησπέρα» είχαν καταργηθεί. Δυο εισιτήρια έλεγα στον περιπτερά και αυτός απλά μου τα πετούσε στη μούρη και άρπαζε τα ψιλά μου. Τα πιθήκια στα δέντρα ήταν πάντα πιο ομιλητικά και ας επικοινωνούν με κραυγές! Σε μαγαζί με παπούτσια όταν πλησιάζω την πωλήτρια να της πω το τι θέλω και εκείνη απομακρύνεται σαν να μη με έχει δει, πλησιάζει τον ταμία, ανάβει τσιγάρο και αρχίζει το κουτσομπολιό με το φραπεδάκι, που είχε κρυμμένο, στο χέρι. Στο αριστερό χέρι γιατί με το άλλο-το καλό- κρατά το τσιγάρο. Σε μεγάλο κατάστημα ηλεκτρονικών και άλλων ειδών κάπου στη Θεσσαλονίκη, όπου πήγα πριν δυόμισι χρόνια να αγοράσω μια κάμερα και είχα το θράσος η καημένη να ζητάω πληροφορίες. Τότε η εμφανίσιμη ξανθιά κοπελίτσα που στεκόταν μπροστά στις κάμερες και τις φωτογραφικές μου τις έδειξε ανοίγοντας τα χέρια και ξεστομίζοντας χωρίς ντροπή «να εδώ είναι, δείτε τες!». Σώπα!; Αλήθεια; Με νόμιζε μάλλον για τυφλή το κοριτσάκι. Και έτσι από εκείνη τη μέρα ανακάλυψα τα ψώνια στο ίντερνετ... Στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής μου, όταν πήγα να ρωτήσω εάν μπορώ να ταξιδέψω στο εξωτερικό με ταυτότητα που τα στοιχεία είναι γραμμένα στο χέρι και όχι σε υπολογιστή, όπου η κοντή μελαχρινή κυριούλα που ήταν υπεύθυνη με κοίταζε λες και είδε μπροστά της εξωγήινο που τη ρωτούσε εάν ισχύει ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας σε διαδρομή με διαστημόπλοιο κατά την πορεία προς τον πλανήτη Άρη! Τελικά την άλλαξα την ταυτότητα για ασφάλεια, καθώς δε μου έδωσε καμία απάντηση, και μετά για τη μαύρη μου τη μοίρα έπρεπε να πάω να το δηλώσω και στην εφορία! Στην εφορία... Αχ αυτή η εφορία! Δυο συνεχόμενες μέρες να ξυπνάω από τα χαράματα για να πάω νωρίς να πάρω σειρά στο μητρώο! Την πρώτη μέρα παραιτήθηκα από την προσπάθεια, αφού ήδη από τις 7.30 είχε πριν από μένα καμιά πενηνταριά άτομα, οπότε θεώρησα πως δεν έχω καμία ελπίδα. Τη δεύτερη μέρα σηκώθηκα από τις 6.30, ντύθηκα άρον άρον και πήρα τα πόδια μου ως εκεί, πάλι με τη τσίμπλα στο μάτι! Όταν έφτασα είχε ήδη εκεί καμιά εικοσαριά... Λέω δεν πειράζει... Θα περιμένω! Όσο περνούσε η ώρα μαζευόταν όλο και περισσότερος κόσμος, παρόλα αυτά είχα την ψευδαίσθηση πως θα κρατηθεί μια υποτυπώδης σειρά προτεραιότητας. Μέχρι που άνοιξαν οι πόρτες και το ποτάμι ξεχύθηκε στο διάδρομο. Καμιά σειρά, κανένας σεβασμός, καμία τάξη. Το πλήθος ακολούθησε τους κανόνες της ζούγκλας. Ο πιο δυνατός και ο πιο γρήγορος κερδίζει... Και έτσι, χωρίς να καταλάβω το πως, βρέθηκα να είμαι από τους τελευταίους στο διάδρομο λες και μόλις είχα φτάσει! Και επειδή δεν ήξερα που έπρεπε να πάω, είπα να ρωτήσω όποιον υπάλληλο βρήκα εύκαιρο. Πίσω από το γκισέ ήταν ένας παχουλός γκριζομάλλης που κρατούσε ένα τσιγάρο και λίγο έλειψε να φυσήξει τον καπνό του επάνω μου. Ευτυχώς που υπήρχε το τζάμι και «έκοβε» λιγάκι τη μπόχα! Το σημείο εκείνο μύριζε σαν καφενείο ηλικιωμένων, αμετανόητων καπνιστών, που στα ενδιάμεσα του ελληνικού και του τσιγάρου παίζουν και λίγη πρέφα! Τον ρώτησα που πρέπει να πάω... Μου έδειξε το τέλος της ουράς! «Μα είμαι εδώ από τις 7:00! Δεν υπάρχει σειρά;». Χωρίς να αφήσει λεπτό το τσιγάρο του, απλώς μου έδειξε και πάλι το σημείο όπου θεωρητικά έπρεπε να πάω. Αισθάνθηκα απελπισία. Ήξερα πως όσο νωρίς και αν ξεκινήσω, ακόμη και πρώτη να βρεθώ μια μέρα στην ουρά, μόλις ανοίξουν οι πόρτες το μαινόμενο πλήθος απλά θα με πνίξει... Αποφάσισα λοιπόν να ζητήσω βοήθεια από τον πατέρα παιδικής μου φίλης που εργάζεται εκεί. Και έτσι απλά η δουλειά μου έγινε και το πρόβλημα λύθηκε. Μόνο που εγώ ήθελα αυτό να μη χρειαστεί. Η σκέψη μου ήταν με όλους αυτούς που δεν τύχαινε να έχουν κάποιο γνωστό στη ΔΟΥ. Γιατί να είναι μονόδρομος; Ή νόμος της ζούγκλας ή «μέσο»; Είμαστε κανίβαλοι ως λαός... Ο ένας τρώει τις σάρκες του άλλου αρκεί να γίνει το δικό του. Κανείς δεν σκέφτεται το κοινό καλό. Απεριόριστη λύπη και απογοήτευση! Και λίγο αργότερα διηγήθηκα στη δουλειά μου αυτή την ιστορία και η απάντηση που πήρα ήταν πως «δεν τα κάνουμε αυτά τα λάθη! Όταν έχουμε μέσο το χρησιμοποιούμε!»... Να και κάτι νέο που διδάχθηκα εκείνο το πρωινό!
Έχοντας όλες αυτές τις ιστορίες στο κεφάλι μου αισθάνθηκα πολύ χαρούμενη που είναι υγιής, δεν έχω κάποια αναπηρία και είμαι ακόμη νέα. Τρόμαξα στη σκέψη πως όλες αυτές τις εμπειρίες και πιθανότατα άλλες πολλές χειρότερες τις βιώνουν και άνθρωποι πολύ πιο αδύναμοι από μένα και πραγματικά ανήμποροι! Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου! Αν μη τι άλλο δεν θα επιτρέψω κανένας άνθρωπος να αισθανθεί ανήμπορος στην καθημερινότητα του όταν έχει να κάνει μαζί μου, και αυτό αφορά όλους τους τομείς της ζωής και της δραστηριότητας μου, από την εργασία, μέχρι το περπάτημα στο δρόμο... Με τις σκέψεις αυτές να βομβαρδίζουν το μυαλό μου ξεκίνησα να γράφω ένα παράπονο προς την τράπεζα περιγράφοντας αναλυτικότατα τι είχε συμβεί. Λίγες μέρες μετά με κάλεσε ο διευθυντής της τράπεζας στο γραφείο του, λέγοντας πως ήθελε το πρόβλημα να λυθεί. Μέχρι σήμερα δεν λύθηκε κάτι, απλά μου είπε και εκείνος τη δική του εκδοχή περί διαδικασιών. Και η ζωή συνεχίζεται...


Με εκτίμηση,
Μαντάμ Τρολάρω