Είναι λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Μια μέρα γεμάτη φως μα παγωμένη, από εκείνες τις μέρες που θα στοιχημάτιζες πως όλο το σύμπαν γελά μαζί σου. Ήλιος με κοφτερά δόντια που σε ξεγελά  και σε κάνει να νομίζεις πως η μέρα σου θα είναι πιο ζεστή, μα δεν είναι. Και έτσι περπατάς και κρυώνεις. Ποια δύναμη έχει άραγε συνωμοτήσει εναντίον σου; Περπατάς στην ξένη αυτή πόλη που δεν είναι τόσο ξένη πια για σένα. Έχεις απομακρυνθεί αρκετά από τους δαίμονες της παλιάς καθημερινότητας σου, όχι όμως τόσο ώστε να έχεις ξεχάσει. Τα παλιά γιατί παραμένουν αναπάντητα στο νου σου, δεν έχεις προλάβει να ξεχάσεις, ωστόσο πλέον είσαι ασφαλής μακριά τους. Ελπίζεις να τα ξεχάσεις, φοβάσαι όμως ταυτόχρονα μήπως σου δημιουργηθούν νέα γιατί. Φοβάσαι να μην απογοητευτείς ξανά. Φοβάσαι μην πονέσεις και πάλι. Προτιμάς αυτή η πόλη να μείνει για πάντα ξένη, γιατί η οικειότητα πληγώνει. Δεν θέλεις να ξεπεραστούν τα όρια σου, δεν θέλεις κανείς να σε γνωρίσει πραγματικά για να μην νιώσεις ευάλωτη ξανά.
Ξαφνικά σε εγκαταλείπουν οι σκέψεις σου, παγώνει το μυαλό, ακινητοποιείται το κορμί και το μόνο που κινείται είναι το βλέμμα σου. Μπροστά σου μια ηλικιωμένη γυναίκα είναι πεσμένη στο πεζοδρόμιο. Την έχουν χτυπήσει, κλαίει. Μπορείς σχεδόν να ακούσεις τον ήχο από τα δάκρυα της να πέφτουν στο έδαφος. Τους λυγμούς της όχι δεν τους ακούς με τα αυτιά σου, κλαίει σιωπηλά. Ούτε εκείνη θέλει να την γνωρίσουν πραγματικά, φοβάται να είναι ευάλωτη. Τα δάκρυα της που πέφτουν και τους λυγμούς της τους ακούς με τη ψυχή σου. Τρέμεις… Σχεδόν αισθάνεσαι ό,τι νιώθει. Πόνο, φόβο, απελπισία, απόγνωση, θλίψη, μοναξιά. Φοβάσαι που νιώθεις έτσι. Είναι μια ξένη, έτσι δεν είναι; Γιατί να νιώθεις έτσι; Τι σε νοιάζει εσένα; Γιατί θα πρέπει να σε νοιάζει; Γιατί έχεις ακινητοποιηθεί εκεί και δεν την προσπερνάς; Κοιτάζεις γύρω σου. Όλοι την προσπερνούν. Κάποιοι παρολίγο να την πατήσουν καθώς βιάζονται να προλάβουν την καθημερινότητα τους. Πλησιάζεις, απλώνεις το χέρι. Δεν έχεις δύναμη! Σχεδόν θα πέσετε και οι δυο. Βάζεις λίγη παραπάνω δύναμη, όχι μυϊκή δύναμη, αλλά δύναμη από την ψυχή σου, εκείνη τη δύναμη που κάνει τα αδύνατα δυνατά. Τη βοηθάς να καθίσει σε ένα παγκάκι. Ξεκινάει να σου λέει πως βρέθηκε ως εκεί. Δε σε νοιάζει. Τρέχεις στο απέναντι φαρμακείο και επιστρέφεις πάλι τρέχοντας. Ξεκινάς να καθαρίζεις τις πληγές της. Ήτανε περίπου μια ώρα πεσμένη εκεί κάτω… Κάποιος τη χτύπησε και της άρπαξε τη τσάντα. Κανείς δε νοιάστηκε. Και όσο έμενε κάτω όλοι την προσπερνούσαν. Ίσως τη νόμιζαν για ζητιάνα. Ίσως ήταν πολύ βιαστικοί να τρέξουν να προλάβουν αυτό που νομίζουν ζωή. Αφού, καθάρισες τις πληγές της της ζήτησες να προσπαθήσει να θυμηθεί κάποιο τηλεφωνικό αριθμό δικού της ανθρώπου. Θυμότανε μόνο του γιου της. Μείνατε λίγη ώρα ακόμα μαζί ώσπου να τον βρεις και μέχρι να έρθει ως εκεί. Έρχεται, τη βάζετε μαζί στο αυτοκίνητο. Σε ευχαριστούν. Η γυναίκα κλαίει… Εσύ αισθάνεσαι πως έχεις κάνει απλώς το αυτονόητο… «Καλά Χριστούγεννα», ψελλίζεις, και τότε συνεχίζεις το δρόμο σου…
«Όταν θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου με όλη του τη μεγαλοπρέπεια και θα τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοι, θα καθίσει στο βασιλικό θρόνο του. Τότε θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια. Τα πρόβατα θα τα τοποθετήσει στα δεξιά του και τα κατσίκια στ’ αριστερά του. Θα πει τότε ο βασιλιάς σ’ αυτούς που βρίσκονται δεξιά του: “ελάτε, οι ευλογημένοι απ’ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί απ’ την αρχή του κόσμου. Γιατί, πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ’ επισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε”. Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: “Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνόν και σε ντύσαμε; Πότε σε είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον κι ήρθαμε να σε επισκεφθούμε;” Τότε θα τους απαντήσει ο βασιλιάς: “σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδερφούς μου, τα κάνατε για μένα”.»
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κεφάλαιο 25:31-40